ΠΟΛΕΜΟΣ: Τέσσερα χρόνια μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022, ο πόλεμος δεν είναι πια «έκτακτο γεγονός». Είναι, πλέον, ρυθμός ζωής: σειρήνες, drones, εκρήξεις, στρατολογήσεις, εκτοπισμοί, θάνατος, πένθος που δεν προλαβαίνει να γίνει μνήμη.
Της Μαρίνας Ζιώζιου
Κι αν η Ευρώπη έμαθε να μετρά την κλιμάκωση σε χάρτες και πακέτα βοήθειας, οι Ορθόδοξοι μέτρησαν κάτι άλλο: το κόστος μιας Εκκλησίας που μπερδεύει την ποιμαντική γλώσσα με τη γλώσσα της ισχύος. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ορθοδοξία δοκιμάστηκε όχι σε θεολογικά συνέδρια, αλλά πάνω στα ερείπια.
Βέβαια, μέσα στη σύγχρονη Ρωσία, υπάρχει και μια εικόνα που σπάνια περνά τα σύνορα: η τόλμη απλών λαϊκών, ιερέων -και όχι μόνο- που μιλούν ανοιχτά ενάντια στον πόλεμο του Βλαντίμιρ Πούτιν, παρότι έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα από μια εκκλησιαστική ηγεσία που «ερωτοτροπεί» μαζί του. Αυτή η αντίθεση -ανάμεσα στη φωνή της συνείδησης και στη φωνή της εξουσίας- εξηγεί γιατί ο πόλεμος «έκοψε» την Ορθοδοξία στα δύο.
Επίσης, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η πρόσφατη «επίθεση» που εξαπέλυσε η Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο; Σύμφωνα με ανακοίνωσή της, στόχος του -με τη στήριξη των βρετανικών υπηρεσιών- είναι ο «εκτοπισμός» της ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. «Οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες τον υποστηρίζουν ενεργά, τροφοδοτώντας ρωσοφοβικά συναισθήματα στις ευρωπαϊκές χώρες», ανέφερε η SVR, χαρακτηρίζοντας τον Οικουμενικό Πατριάρχη «Αντίχριστο».
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος «βρήκε κοινό έδαφος με τις Αρχές των κρατών της Βαλτικής σε μια προσπάθεια να σπείρει τη διχόνοια στον ρωσικό ορθόδοξο κόσμο», αναφέρεται σε άλλο σημείο της ανακοίνωσης.
«Ο Οικουμενικός Πατριάρχης βασίζεται στους ιδεολογικούς του συμμάχους, που εκπροσωπούνται από τοπικούς εθνικιστές και νεοναζί, σε μια προσπάθεια να αποσπάσει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Λιθουανίας, της Λετονίας και της Εσθονίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας, μετατρέποντας τους ιερείς και τους πιστούς τους σε θρησκευτικές μαριονέτες της Κωνσταντινούπολης», πρόσθεσε η SVR. Στην ανατολική Ευρώπη, ο Βαρθολομαίος στοχεύει να υπονομεύσει επίσης την αυτόνομη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με τη Ρωσική Υπηρεσία.
Το ρήγμα, όμως, δεν μετριέται μόνο σε ανακοινωθέντα. Μετριέται σε ενορίες που σταμάτησαν τις συλλειτουργίες, σε πιστούς που έπαψαν να καταλαβαίνουν ποιος μιλά στο όνομα του Ευαγγελίου και ποιος στο όνομα της πατρίδας, και σε μια κοινή αγωνία: πώς γίνεται να κηρύττεις ειρήνη, όταν ευλογείς τα όπλα;
Η εκκλησιαστική διάσταση του πολέμου
Η ουκρανική αυτοκεφαλία ήταν προάγγελος γι’ αυτό που θα ακολουθούσε. Όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο άνοιξε τον δρόμο το 2018 και χορήγησε τον Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας και στον προκαθήμενό της, μητροπολίτη Επιφάνιο, τον Ιανουάριο του 2019, το Φανάρι μίλησε για αποκατάσταση εκκλησιαστικής τάξης και θεραπεία ενός χρονίζοντος τραύματος. Η Μόσχα, αντίθετα, το είδε ως απώλεια. Κι όχι μόνο εκκλησιαστική, αλλά και συμβολική, δεμένη με το Κίεβο ως «μητέρα πόλη» του ρωσικού βαπτίσματος.
Η αντίδραση ήταν ακαριαία και βαριά: διακοπή ευχαριστιακής κοινωνίας με το Φανάρι. Από εκείνη τη στιγμή, η ρήξη απέκτησε θεσμική μορφή. Κι όταν η Εκκλησία της Ελλάδος κινήθηκε προς αναγνώριση της νέας πραγματικότητας στην Ουκρανία, η Μόσχα έστειλε δεύτερο μήνυμα πειθαρχίας: ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος διέκοψε τη μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου. Δεν ήταν απλώς διαφωνία. Ήταν μια ξεκάθαρη υπόδειξη ότι η «ενότητα» νοείται ως συμμόρφωση για το Πατριαρχείο Μόσχας.
Αμμάν 2020: Πρόβα σύγκρουσης…
Στις 26 Φεβρουαρίου 2020, στο Αμμάν της Ιορδανίας, έγινε «κεκλεισμένων των θυρών» συνάντηση προκαθημένων και αντιπροσωπειών.
Στη συνάντηση έλαβαν μέρος αντιπροσωπείες από: την Ορθόδοξη Εκκλησία των Ιεροσολύμων με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο, τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό την ηγεσία του Πατριάρχη Κυρίλλου Μόσχας και πάσης Ρωσίας, τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία με επικεφαλής τον (μακαριστό) Πατριάρχη Ειρηναίο Σερβίας, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Νήφωνα του Τυργοβιστίου, την Πολωνική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Άβελ του Lublin και Chełm και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχίας και της Σλοβακίας με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Πρέσοβ και πάσης Τσεχίας και Σλοβακίας Ραστισλάβο.
«…Στην ατμόσφαιρα της αδελφικής αγάπης, εκείνοι που συγκεντρώθηκαν για τη συνάντηση συμφώνησαν ότι οι αποφάσεις που αφορούν ζητήματα διορθόδοξης σημασίας, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης αυτοκεφαλίας σε συγκεκριμένες εκκλησίες, θα πρέπει να οριστικοποιηθούν με πνεύμα πανορθόδοξου διαλόγου και ενότητας, και Ορθόδοξη συναίνεση…», αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στην ανακοίνωση.
Δεν υπήρχε ακόμη «εισβολή», υπήρχε, όμως, ήδη το κεντρικό διακύβευμα: ποιος συντονίζει την Ορθοδοξία και με ποια θεσμική νομιμοποίηση; Η παρουσία της Μόσχας, οι συμμετοχές επιλεγμένων Εκκλησιών και η παράλληλη παρουσία του μητροπολίτη Ονουφρίου από την Εκκλησία της Ουκρανίας -τότε συνδεδεμένου με τη ρωσική δικαιοδοσία- έδωσαν στη σύναξη χαρακτήρα επίδειξης συσχετισμών.
Ποιοι ήταν οι κρυφοί στόχοι αυτής της συνάντησης; Η προσπάθεια, προφανώς, να στηθεί ένα πλαίσιο «κορυφής» στην Ορθοδοξία που θα παρέκαμπτε τη θεσμική θέση του Πρώτου, δηλαδή της Κωνσταντινούπολης. Το Φανάρι αντέδρασε με σαφήνεια, στέλνοντας ένα αυστηρό γράμμα στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Αδυνατούμεν να κατανοήσωμεν ότι η Υμετέρα Μακαριότης παραθεωρεί, ή και αγνοεί, το μέγεθος των αρνητικών απορροιών της εν λόγω πρωτοβουλίας».
Σε άλλο σημείο ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων για τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία υπογραμμίζοντας ότι «πάσα παρέκκλισις εκ των παραδεδομένων και αναλογουσών εκάστω των Πρεσβυγενών Πατριαρχών ευθυνών γεννά μόνον κινδύνους διά την Εκκλησίαν…
Μη εντρεπώμεθα να ομολογήσωμεν ότι αι αριθμητικαί υπεροχαί δεν απετέλεσαν ποτέ την πεμπτουσίαν του ορθοδόξου ήθους και ότι το τοιούτον υπάρχει ποιοτικόν, και ουχί ποσοτικόν μέγεθος. Βεβαίως και απασχολεί ημάς πλέον παντός ετέρου το ζήτημα της πανορθοδόξου ενότητος, αλλ᾿ η Εκκλησία δεν είναι αδόμητον και αθεσμοθέτητον σύνολον. Ενότης άνευ υγιούς βιώσεως του Μυστηρίου της Εκκλησίας καταλήγει εις βαθείαν διαίρεσιν εν τοις πράγμασι…», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Με απλά λόγια: η Ορθοδοξία δεν μπορεί να γίνει πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Βολοκολάµσκ: Η «εξωτερική πολιτική» με ράσο
Παράλληλα, η Μόσχα είχε το «πρόσωπο-κλειδί» που έδινε σχήμα και νόημα στη γραμμή της: τον μητροπολίτη Βολοκολάµσκ, Ιλαρίων, πρόεδρο του Τμήματος Εξωτερικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας. Περιοδείες, επαφές, δημόσιες παρεμβάσεις, συναντήσεις σε πρωτεύουσες, σε μητροπόλεις ανά την Ελλάδα: μια εκκλησιαστική διπλωματία που, για μεγάλα διαστήματα, θύμιζε περισσότερο υπουργείο Εξωτερικών παρά ποιμαντική μέριμνα.
Σε συνέντευξή του στην υπογράφουσα, ο μητροπολίτης μιλούσε για «διέξοδο» μέσω διορθόδοξου διαλόγου. Πίσω από τη λέξη «διάλογος» διακρινόταν, όμως, μια σταθερή απαίτηση: να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο δρόμος του Τόμου και να μετακινηθεί το βάρος των αποφάσεων σε ένα νέο σχήμα ισορροπιών. Ωστόσο, όταν ο πόλεμος ξέσπασε, το κόστος αυτής της ταύτισης έγινε διεθνώς δυσβάσταχτο. Η απομάκρυνσή του -δεν μάθαμε ποτέ τον λόγο- από τη θέση του τον Ιούνιο του 2022 δεν εξηγεί τα πάντα, αλλά δείχνει, όμως, ότι η «αντοχή» της γραμμής άρχισε να «τρίζει».
Οι δηλώσεις του Πατριάρχη Μόσχας που άλλαξαν το κλίμα
Μετά την εισβολή, η ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία είχε μια ευκαιρία: να μιλήσει με τη γλώσσα της ειρήνης, να ζητήσει κατάπαυση πυρός, να σταθεί πάνω από το κράτος. Ο Κύριλλος επέλεξε το αντίθετο. Σε κηρύγματα και παρεμβάσεις παρουσίασε τη σύγκρουση ως πόλεμο «αξιών», φέρνοντας στη συζήτηση θέματα άσχετα με το δράμα των ανθρώπων και δίνοντας στον πόλεμο χαρακτήρα «ηθικής σταυροφορίας».
Κατόπιν, ο λόγος του έγινε ακόμη πιο ωμός. Τον Απρίλιο του 2022 τέλεσε ακολουθία για στρατιώτες, καλώντας τους να υπερασπιστούν την «ειρηνόφιλη» Ρωσία. Τον Σεπτέμβριο του 2022 δήλωσε ότι όσοι Ρώσοι στρατιώτες πεθαίνουν στην Ουκρανία «καθαρίζονται» από τις αμαρτίες τους. Και το 2023 μίλησε για «εσωτερικούς εχθρούς», για όλους όσοι δεν υπηρετούν την πατρίδα. Αυτές οι τοποθετήσεις δεν σόκαραν μόνο το Φανάρι. Σόκαραν ευρύτερα την ορθόδοξη κοινή γνώμη, επειδή έμοιαζαν να προσφέρουν θρησκευτική κάλυψη σε έναν πόλεμο. Αν δεν αυτή θεολογική νομιμοποίηση του θανάτου εκ μέρους του, τότε τι είναι; Ο κ. Κύριλλος ήταν σαφής: Η Εκκλησία δεν στέκεται πάνω από την εξουσία αλλά δίπλα της. Η πίστη «δένει» με τη γεωπολιτική και η γεωπολιτική «ντύνεται» με θυμιατό.
Συνάδει αυτή η ρητορική με την κανονική τάξη της Εκκλησίας; Να διασφαλίζει, δηλαδή, τη συνέχεια της παράδοσης και την αρμονική συνύπαρξη των προσώπων μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, υπηρετώντας πάντοτε τον άνθρωπο; Η Εκκλησία πορεύεται με συνέπεια στον χρόνο, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και ανοίγοντας δρόμο για το μέλλον, πάντοτε με κέντρο τον Χριστό και τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό φαίνεται ότι το λησμονεί το Πατριαρχείο Μόσχας.
Το Φανάρι και η μνήμη των προηγούμενων ρήξεων
Η Κωνσταντινούπολη, από την πρώτη ημέρα, κράτησε καθαρή γραμμή: καταδίκη της εισβολής και στήριξη ενός λαού που δέχεται επίθεση. Κι αυτή η στάση πατά σε μια παλαιότερη εμπειρία: στην άρνηση του εθνοφυλετισμού και στην επιμονή ότι η Ορθοδοξία δεν είναι συνομοσπονδία κρατικών Εκκλησιών.
Σε πατριαρχική ομιλία, ο Βαρθολομαίος είχε τονίσει ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρότι βρέθηκε «εν τω μέσω της “θυέλλης των εθνικισμών”», «δεν ενέδωσεν εις τον πειρασμόν του εθνοφυλετισμού» και παρέμεινε «υπερεθνικόν και αληθώς οικουμενικόν», για να διαφυλάξει την Ορθοδοξία από τη μετατροπή της σε «προτεσταντικού τύπου “συνομοσπονδίαν” αυτοκεφάλων κρατικών Εκκλησιών. Αντί το έθνος να υπηρετεί την χριστιανικήν αλήθειαν, αξιολογεί και κρίνει την Εκκλησίαν με κριτήριον την χρησιμότητα και τας υπηρεσίας της προς το κράτος».
Μάλιστα, θύμισε την υπόθεση της Εσθονίας, ως προηγούμενο που «φωτίζει» το σήμερα: «Στην Εσθονία από το ’23 και εντεύθεν υπήρχε μία Αυτόνομος Εκκλησία. Ανεκηρύχθη αυτόνομος από τον προκάτοχό μου Μελέτιον τον Δ’, τον Μεταξάκην, μαζί με την αυτόνομον Εκκλησίαν της Φινλανδίας.
Αυτήν την Εκκλησίαν της Εσθονίας την κατήργησεν με τα όπλα του Στάλιν η Μόσχα και την ενσωμάτωσε ως μίαν επαρχίαν εις τον κορμόν του Πατριαρχείου Μόσχας. Κατήργησε αυθαιρέτως και πραξικοπηματικώς το αυτόνομον της. Και όταν κατέρρευσεν ο Κομμουνισμός στις Βαλτικές χώρες και μας ζήτησαν Εκκλησία και Πολιτεία της Εσθονίας να αποκαταστήσουμε το αυτόνομόν της, το αυθαιρέτως καταργηθέν και καταπατηθέν, και ανταποκρίθηκε η Κωνσταντινούπολις σε αυτό το αίτημά τους, δυσαρεστήθηκε και πάλι τότε η Μόσχα και διέκοψε την Κοινωνία μαζί μας, όπως και τώρα. Ήταν ακόμη ο μακαριστός Πατριάρχης Αλέξιος ο Β’. Ευτυχώς εκείνη η διακοπή της Κοινωνίας κράτησε λίγο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείον, ως πρωτεύθυνος και πρωτόθρονος Εκκλησία, με την πείραν και την σοφίαν των αιώνων που το χαρακτηρίζει, πράττει το εκάστοτε ορθόν και το εκάστοτε δίκαιον».
Η αναφορά δεν είναι ιστορική πολυτέλεια. Είναι υπενθύμιση ότι η διακοπή κοινωνίας δεν ήταν «τυχαίο επεισόδιο» της ουκρανικής υπόθεσης. Είναι εργαλείο πίεσης που εμφανίζεται όποτε το Φανάρι κινείται θεσμικά σε πεδία που η Μόσχα θεωρεί δικά της.
Η Ουκρανία υπό πίεση και το δύσκολο μέτρο
Μέσα στην Ουκρανία, ο πόλεμος έσφιξε τα περιθώρια. Η Εκκλησία που συνδεόταν ιστορικά με τη Μόσχα προσπάθησε τον Μάιο του 2022 να δηλώσει αποστασιοποίηση. Όμως σε συνθήκες εισβολής, οι αποστάσεις δεν αρκούν όταν η εμπιστοσύνη έχει ήδη πληγωθεί. Το 2024 ψηφίστηκε νόμος που ανοίγει τον δρόμο για περιορισμούς σε οργανισμούς με δεσμούς με τη Ρωσία, με επίκληση της εθνικής ασφάλειας.
Είναι θεμιτό να τίθενται ερωτήματα για τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας σε καιρό πολέμου. Είναι, όμως, εξίσου θεμιτό να λέγεται καθαρά τι γέννησε την καχυποψία: όταν η κορυφή της Εκκλησίας του εισβολέα μιλά για «κάθαρση» μέσα από τον θάνατο στο μέτωπο, δύσκολα ζητάς από μια κοινωνία που βομβαρδίζεται να κάνει ότι δεν άκουσε.
Τι μένει, λοιπόν, τέσσερα χρόνια μετά; Ότι η Ορθοδοξία δεν διχάστηκε επειδή διαφώνησε. Διχάστηκε επειδή δοκιμάστηκε από την πολιτική χρήση της πίστης. Κι όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, το ζητούμενο δεν θα είναι νέα σχήματα ισχύος και νέες «κορυφές». Θα είναι μια επίμονη επιστροφή στη γλώσσα της ειρήνης, εκεί όπου η Εκκλησία κρίνεται, όχι από ανακοινωθέντα, αλλά από το αν μπορεί να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που χάνει το σπίτι του, την οικογένειά του, το παιδί του, την πίστη του. Γιατί όσο κι αν ο θάνατος φωνάζει δυνατά, η ειρήνη πάντα ξεκινά χαμηλόφωνα. Ο πόλεμος δεν νικά ποτέ. Νικά μόνο η επιμονή του ανθρώπου να ελπίζει. Άλλωστε, το αίμα έχει το ίδιο χρώμα και καμία γη δεν ανθίζει όταν ποτίζεται με μίσος…
Πηγή: skai.gr






