Τραμπ: Τις κρίσιμες ώρες πριν από μια ενδεχόμενη αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν, το κλίμα στην Ουάσινγκτον ήταν τεταμένο και αντιφατικό.
Ρεπορτάζ: Παντελής Χαριτάκης
Δημοσιεύματα της Washington Post περιέγραφαν έναν Λευκό Οίκο διχασμένο, με τον Ντόναλντ Τραμπ να βρίσκεται μπροστά σε μια απόφαση υψηλού ρίσκου, τη στιγμή που το Πεντάγωνο είχε ήδη θέσει δυνάμεις σε αυξημένη επιφυλακή στη Μέση Ανατολή. Παρά τα σημάδια επικείμενης κλιμάκωσης, το «κουμπί» τελικά δεν πατήθηκε.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλούνται αμερικανικά και διεθνή μέσα, η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας υπαναχώρησης, αλλά προϊόν έντονων εσωτερικών διαβουλεύσεων στον Λευκό Οίκο, ανταλλαγής μηνυμάτων με την Τεχεράνη και συνεχών παρεμβάσεων από αραβικές πρωτεύουσες που φοβούνταν γενικευμένη αποσταθεροποίηση.
Οι ώρες πριν από το σημείο μηδέν
Το πρωί της Τετάρτης, στρατιωτικές κινήσεις στον Περσικό Κόλπο, η αναδιάταξη ναυτικών μονάδων και η μερική εκκένωση βάσεων έδιναν την εικόνα ότι η απόφαση είχε σχεδόν ληφθεί. Στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης μιλούσαν για «παράθυρο ευκαιρίας», ενώ οι υπηρεσίες πληροφοριών, μεταξύ αυτών και η CIA, παρουσίαζαν σενάρια περιορισμένου πλήγματος με στόχο την αποστολή πολιτικού μηνύματος προς την ιρανική ηγεσία.
Την ίδια στιγμή, όμως, άρχισαν να διατυπώνονται έντονες επιφυλάξεις. Αξιωματούχοι με εμπειρία από προηγούμενες επεμβάσεις προειδοποιούσαν ότι ένα χτύπημα, ακόμη και «χειρουργικό», θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε Ιράκ, Λίβανο και Συρία, εμπλέκοντας συμμάχους και αντιπάλους σε έναν νέο κύκλο βίας.

Τα στρατόπεδα στο εσωτερικό της κυβέρνησης
Στο επιτελείο Τραμπ διαμορφώθηκαν δύο καθαρά στρατόπεδα. Το πρώτο υποστήριζε ότι η μη αντίδραση θα εκλαμβανόταν ως αδυναμία, υπονομεύοντας την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Το δεύτερο, πιο επιφυλακτικό, επεσήμαινε ότι οι συνέπειες θα ήταν δυσανάλογες σε σχέση με τα πιθανά οφέλη. Οι δεύτεροι επικαλούνταν αναλύσεις κινδύνου που έδειχναν σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και στις ενεργειακές αγορές.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οικονομικές εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες μια κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη αύξηση των τιμών πετρελαίου και σε αναταραχή στα χρηματιστήρια, επιβαρύνοντας την ήδη εύθραυστη διεθνή συγκυρία.
Το μήνυμα από την Τεχεράνη
Ενώ οι διαβουλεύσεις βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, στην Ουάσινγκτον έφτασε μήνυμα από την ιρανική πλευρά μέσω διπλωματικών διαύλων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τεχεράνη άφηνε να εννοηθεί ότι θα υπάρξει προσωρινή αποκλιμάκωση στο εσωτερικό, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής εκτελέσεων διαδηλωτών. Το μήνυμα αυτό δεν σήμαινε συμφωνία, αλλά έδινε στον Τραμπ ένα επιχείρημα για αναβολή, χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί άνευ ανταλλάγματος.
Οι πιέσεις των Αράβων συμμάχων
Την ίδια ώρα, έντονη ήταν η κινητικότητα από πλευράς αραβικών χωρών. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επικοινώνησαν με την Ουάσινγκτον, προειδοποιώντας ότι μια σύγκρουση με το Ιράν θα είχε άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια και την οικονομία της περιοχής. Οι ηγέτες τους ζήτησαν χρόνο και διπλωματία, εκφράζοντας φόβους για αντίποινα που θα έθεταν σε κίνδυνο κρίσιμες υποδομές.
Οι παρεμβάσεις αυτές ενίσχυσαν τη θέση όσων στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης υποστήριζαν ότι μια επίθεση θα άνοιγε περισσότερα μέτωπα από όσα θα έκλεινε.
Η ανάλυση κόστους–οφέλους
Τελικά, ο Τραμπ ζήτησε συνολική αποτίμηση. Οι στρατιωτικοί παρουσίασαν τις διαθέσιμες επιλογές, οι υπηρεσίες πληροφοριών τα πιθανά σενάρια αντίδρασης και οι οικονομικοί σύμβουλοι τις επιπτώσεις στην αγορά. Η σύγκλιση των εκτιμήσεων ήταν σαφής: τα οφέλη ενός χτυπήματος ήταν αβέβαια, ενώ οι κίνδυνοι υψηλοί και μακροπρόθεσμοι. Έτσι, η απόφαση για προσωρινή αναστολή φάνηκε η πιο «ασφαλής» επιλογή.
Τι λένε Αμερικανοί αναλυτές
Στο tilegrafimanews.gr μίλησαν Αμερικανοί αναλυτές, οι οποίοι εκτίμησαν ότι η απόφαση δεν σηματοδοτεί στροφή πολιτικής, αλλά τακτικό ελιγμό. Ο διεθνολόγος Michael Anderson τόνισε ότι «ο Τραμπ επέλεξε να κερδίσει χρόνο, κρατώντας όλες τις επιλογές ανοιχτές». Η αναλύτρια ασφάλειας Laura Bennett επεσήμανε ότι «οι κυρώσεις και η διπλωματική πίεση συχνά αποδίδουν πιο αργά, αλλά με μεγαλύτερη διάρκεια». Ο πρώην διπλωμάτης James Holloway σημείωσε ότι «μια απρόσεκτη στρατιωτική κίνηση θα μπορούσε να μετατρέψει την κρίση σε περιφερειακό πόλεμο».
Τίποτα δεν έχει τελειώσει
Παρά την αναβολή, κανείς δεν μιλά για οριστική αποκλιμάκωση. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή παραμένει ισχυρή και οι επιλογές, όπως διαμηνύεται, παραμένουν στο τραπέζι. Η απόφαση Τραμπ, ωστόσο, αποτυπώνει τα όρια της στρατιωτικής ισχύος όταν το κόστος απειλεί να ξεπεράσει το όφελος και δείχνει ότι, ακόμη και στο χείλος της σύγκρουσης, οι ισορροπίες μπορούν να αλλάξουν την τελευταία στιγμή.





