Τραμπ: Σε τροχιά ανοιχτής σύγκρουσης εισέρχονται ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση, με φόντο την αμυντική βιομηχανία και τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ απέστειλε αυστηρό μήνυμα προς τις Βρυξέλλες, προειδοποιώντας για «αντίποινα» σε περίπτωση που υιοθετηθούν πολιτικές προστατευτισμού που θα περιορίσουν την πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών στην ευρωπαϊκή αγορά εξοπλισμών.
Το ζήτημα έχει ήδη λάβει θεσμική διάσταση, καθώς –όπως αναφέρεται– το αμερικανικό Πεντάγωνο διαβίβασε επίσημο έγγραφο προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκφράζοντας «σθεναρή αντίθεση» σε οποιαδήποτε τροποποίηση της οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων άμυνας που θα ευνοεί αποκλειστικά ευρωπαϊκές εταιρείες.
Το τελεσίγραφο της Ουάσιγκτον
Στο έγγραφο που αποκαλύπτουν διεθνή μέσα, η Ουάσιγκτον ξεκαθαρίζει ότι θεωρεί «λανθασμένη πορεία δράσης» κάθε απόπειρα υιοθέτησης ρήτρας τύπου “Buy European”. Οι ΗΠΑ επισημαίνουν ότι αμερικανικοί κολοσσοί όπως η Lockheed Martin και η Raytheon δεν μπορούν να αποκλειστούν από μια αγορά που ιστορικά λειτουργεί διατλαντικά.
Το Reuters μεταδίδει ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι εξετάζουν τριπλό πακέτο αντιμέτρων:
1. Επανεξέταση όλων των παρεκκλίσεων από τους νόμους “Buy American” που ευνοούν ευρωπαϊκές εταιρείες.
2. Περιορισμό της πρόσβασης ευρωπαϊκών ομίλων –όπως η ιταλική Leonardo και η σουηδική Saab– σε συμβάσεις του Πενταγώνου.
3. Αυστηρότερο έλεγχο στις μελλοντικές συνεργασίες υπό το πρίσμα της διαλειτουργικότητας στο ΝΑΤΟ.
Η αμερικανική επιχειρηματολογία στηρίζεται στο ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες συνεχίζουν να απολαμβάνουν πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, ενώ η Ευρώπη σχεδιάζει περιορισμούς στην αντίστροφη ροή.
Τι γράφουν τα διεθνή μέσα
Οι Financial Times κάνουν λόγο για «στρατηγικό ρήγμα» στις διατλαντικές σχέσεις, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε φάση ταχείας ενίσχυσης της άμυνάς της λόγω της ρωσικής απειλής, αλλά επιδιώκει παράλληλα να μειώσει την εξάρτηση από αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Το BBC αναλύει το «παράδοξο Τραμπ»: από τη μία, απαιτεί από τους Ευρωπαίους να αυξήσουν δραστικά τις αμυντικές δαπάνες τους· από την άλλη, επιμένει αυτές οι δαπάνες να κατευθύνονται σε αμερικανικές εταιρείες.
Το CNN επισημαίνει ότι περίπου το 66% των εισαγόμενων όπλων της ΕΕ προέρχονται από τις ΗΠΑ, με κρίσιμα συστήματα όπως τα F-35, οι HIMARS και οι Patriot να αποτελούν βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής αποτρεπτικής ισχύος. Μια αιφνίδια ανατροπή ισορροπιών, προειδοποιούν αναλυτές, θα μπορούσε να επιβραδύνει τον επανεξοπλισμό.
Παράλληλα, το Bloomberg σημειώνει ότι η σύγκρουση αυτή ενδέχεται να μετατραπεί σε εμπορικό πόλεμο με ευρύτερες επιπτώσεις στις διατλαντικές επενδύσεις.
Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE και η στρατηγική αυτονομία
Στην ευρωπαϊκή πλευρά, η Επιτροπή προωθεί την ενίσχυση της αμυντικής αυτονομίας μέσω του προγράμματος SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, καθώς και ειδικών χρηματοδοτήσεων που ενθαρρύνουν την παραγωγή εντός ΕΕ. Η πρόβλεψη για τουλάχιστον 65% ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία στα εξοπλιστικά προγράμματα θεωρείται από την Ουάσιγκτον «έμμεσος αποκλεισμός».
Διπλωματικές πηγές που επικαλούνται οι New York Times αναφέρουν ότι οι Βρυξέλλες δεν επιδιώκουν ρήξη, αλλά «ισότιμη σχέση». Ωστόσο, η επικείμενη αναθεώρηση της οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων το τρίτο τρίμηνο του έτους ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής.
Κίνδυνος για τη συνοχή του ΝΑΤΟ
Η ένταση αυτή δεν περιορίζεται στο οικονομικό σκέλος. Αμερικανοί αξιωματούχοι, σύμφωνα με διεθνή ρεπορτάζ, θεωρούν ότι ένας κατακερματισμένος ευρωπαϊκός αμυντικός σχεδιασμός θα επηρεάσει τους στόχους ικανότητας της Συμμαχίας.
Αναλυτές του Atlantic Council προειδοποιούν ότι η συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» μπορεί να οδηγήσει σε διπλό σύστημα εξοπλισμών, δυσχεραίνοντας τη διαλειτουργικότητα.
Από την άλλη πλευρά, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η εξάρτηση από τρίτες χώρες ενέχει γεωπολιτικούς κινδύνους, ειδικά σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Το δίλημμα της Ευρώπης
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι σαφές: θα επιλέξει η ΕΕ την πλήρη στρατηγική αυτονομία, ρισκάροντας οικονομική και πολιτική ένταση με την Ουάσιγκτον, ή θα διατηρήσει το υφιστάμενο μοντέλο διατλαντικής εξάρτησης;
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ, όπως αποτυπώνεται στα διεθνή μέσα, ενισχύει την αίσθηση ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν διατήρηση του ελέγχου στις ευρωπαϊκές αμυντικές επιλογές, ακόμη και αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική τους ρητορική περί «ευρωπαϊκής ανάληψης ευθύνης».
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο. Αν οι Βρυξέλλες επιμείνουν στη ρήτρα «Buy European», η Ουάσιγκτον έχει ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπορικών και θεσμικών αντιποίνων. Αντίθετα, μια συμβιβαστική λύση ίσως διασώσει την ενότητα του ΝΑΤΟ, αλλά θα επιβραδύνει το όραμα της ευρωπαϊκής στρατηγικής ανεξαρτησίας.
Σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα υπερβαίνει τις αμυντικές συμβάσεις. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της διατλαντικής σχέσης και τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης σε μια περίοδο παγκόσμιας ρευστότητας.






