ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ: Δεκαοκτώ χρόνια από την κοίμησή του, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο ισχυρές και συζητημένες εκκλησιαστικές μορφές της σύγχρονης Ελλάδας.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Δεν ήταν απλώς ένας προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος· ήταν ένας ηγέτης με έντονο δημόσιο αποτύπωμα, που δεν δίστασε να σταθεί απέναντι σε πολιτικά κέντρα, θεσμικές ισορροπίες αλλά και εκκλησιαστικές ευαισθησίες, όταν πίστευε ότι διακυβεύονταν ζητήματα πίστης, ταυτότητας και εθνικής συνέχειας.
Στο tilegrafimaNews.gr μίλησαν ιεράρχες της Ιεραρχίας της Ελληνικής Εκκλησίας, οι οποίοι τον περιγράφουν ως «Αρχιεπίσκοπο εποχής κρίσιμων μεταβάσεων», που αντιλήφθηκε νωρίς ότι η Ελλάδα έμπαινε σε φάση πολιτισμικής και πνευματικής αποδόμησης και επιχείρησε να υψώσει φωνή πνευματικής άμυνας.
Η ρήξη με το πολιτικό σύστημα
Η πιο γνωστή σύγκρουσή του ήταν με την κυβέρνηση Σημίτη για τις ταυτότητες. Όμως για όσους έζησαν από κοντά την περίοδο, εκείνη η κρίση ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ο Χριστόδουλος εξέφραζε σταθερά έναν λόγο που αμφισβητούσε τον πλήρη εκκοσμικευμένο προσανατολισμό της δημόσιας ζωής. Μιλούσε για ρίζες, ταυτότητα, Ορθοδοξία ως ιστορικό πυρήνα του ελληνισμού.
Η στάση του αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον πολιτικό και μιντιακό κόσμο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μεγάλα έντυπα, όπως η Καθημερινή, φιλοξενούσαν αναλύσεις για τον «νέο ρόλο της Εκκλησίας» και τον τρόπο με τον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος άλλαζε τους συσχετισμούς στον δημόσιο διάλογο.
Η δύσκολη σχέση με το Φανάρι
Λιγότερο συζητημένη δημόσια, αλλά ουσιαστική, ήταν η περίοδος έντασης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι σχέσεις Εκκλησίας της Ελλάδος και Φαναρίου είναι θεσμικά καθορισμένες, όμως κατά την αρχιεπισκοπία Χριστόδουλου υπήρξαν στιγμές τριβής, κυρίως γύρω από ζητήματα διοικητικών αρμοδιοτήτων, εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας και ρόλου της ελλαδικής Εκκλησίας στον ορθόδοξο χώρο.
Ο Χριστόδουλος υποστήριζε έντονα την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας της Ελλάδος ως ζωντανής τοπικής Εκκλησίας με ποιμαντική ευθύνη σε μια κοινωνία που μεταβαλλόταν ραγδαία. Στο παρασκήνιο, σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές, υπήρξαν διαφωνίες για τον τρόπο διαχείρισης θεμάτων που άγγιζαν τις λεγόμενες «Νέες Χώρες» και τον συνολικό ρόλο της ελλαδικής Εκκλησίας στο διεθνές ορθόδοξο τοπίο.
Δεν επρόκειτο για ρήξη πίστης, αλλά για διαφορά εκκλησιολογικής και διοικητικής προσέγγισης. Ο Χριστόδουλος ήθελε μια Εκκλησία παρούσα στην κοινωνία, με λόγο σαφή και ενεργό. Το Φανάρι, από την πλευρά του, διαχρονικά κινείται με πιο προσεκτική θεσμική ισορροπία στο διεθνές περιβάλλον. Αυτή η διαφορά οπτικής δημιούργησε εντάσεις που σημάδεψαν εκείνη την περίοδο.
Ο Αρχιεπίσκοπος που μιλούσε στους νέους
Ένα από τα στοιχεία που ακόμα αναφέρονται από ιεράρχες και κληρικούς είναι η ιδιαίτερη σχέση του με τη νεολαία. Δεν αντιμετώπιζε τους νέους ως «πρόβλημα» αλλά ως ελπίδα. Μιλούσε τη γλώσσα τους, αναγνώριζε τις αγωνίες τους, ζητούσε ακόμη και συγγνώμη εκ μέρους της Εκκλησίας για όσα δεν έγιναν σωστά στο παρελθόν.
Αυτή η προσέγγιση άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία επικοινωνούσε με τη σύγχρονη κοινωνία. Όπως έγραφε σε παλαιότερη ανάλυση το Βήμα, ο Χριστόδουλος έφερε μια «επικοινωνιακή επανάσταση» στο εκκλησιαστικό σώμα, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τον παραδοσιακό θεολογικό πυρήνα.
Νεότερα στοιχεία και η σημερινή αποτίμηση
Δεκαοκτώ χρόνια μετά, η μορφή του επανέρχεται συχνά στον δημόσιο διάλογο, ιδίως σε περιόδους κοινωνικής ανασφάλειας. Εκκλησιαστικοί παράγοντες σημειώνουν ότι πολλά από όσα έλεγε για την πολιτισμική κρίση, την αποξένωση των ανθρώπων και την ανάγκη πνευματικού προσανατολισμού μοιάζουν σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ.
Στο tilegrafimaNews.gr, ιεράρχες της Ιεραρχίας της Ελληνικής Εκκλησίας τονίζουν ότι «ο Χριστόδουλος δεν φοβήθηκε να μιλήσει όταν άλλοι σιωπούσαν» και ότι «η Εκκλησία σήμερα λειτουργεί σε ένα τοπίο που εκείνος διέγνωσε νωρίς». Κάποιοι μάλιστα επισημαίνουν πως η ισχυρή του προσωπικότητα λειτούργησε ως ανάχωμα σε μια εποχή ταχείας αποδόμησης παραδοσιακών σταθερών.
Η παρακαταθήκη
Ο Χριστόδουλος δεν υπήρξε αδιαμφισβήτητος. Προκάλεσε αντιδράσεις, εντάσεις, συγκρούσεις. Όμως ακριβώς αυτό δείχνει ότι δεν λειτούργησε διαχειριστικά. Λειτούργησε ηγετικά. Σε μια εποχή που οι θεσμοί συχνά περιορίζονται σε ρόλο διαχείρισης, εκείνος επέλεξε τον ρόλο της μαρτυρίας.
Η σύγκρουσή του με το πολιτικό σύστημα, οι δύσκολες ισορροπίες με το Φανάρι, η προσπάθεια επανασύνδεσης της Εκκλησίας με τη νεολαία και την κοινωνία, συγκροτούν μια παρακαταθήκη που ακόμη αξιολογείται. Δεκαοκτώ χρόνια μετά, το όνομά του εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς — όχι μόνο εκκλησιαστικό, αλλά και ιστορικό για τη σύγχρονη Ελλάδα.






