Γεωργιάδης: Ο υπουργός Υγείας ανακοίνωσε ότι προχωρά σε μήνυση κατά της Ζωής Κωνσταντοπούλου, μετά από δημόσιες τοποθετήσεις της για υπόθεση δυστυχήματος στη «Βιολάντα», υποστηρίζοντας ότι του αποδίδεται «δόλος» σε ένα ζήτημα για το οποίο –όπως λέει– δεν είχε αρμοδιότητα ελέγχων.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Από το Υπουργείο Υγείας δεν υπήρξε θεσμική ανακοίνωση για την αντιπαράθεση, όμως ο ίδιος ο υπουργός δήλωσε τηλεοπτικά ότι η υπόθεση θα κινηθεί πλέον «δικαστικά» και ότι θα σταλεί και εξώδικο, ζητώντας ανάκληση των ισχυρισμών.
Τι λέει η πλευρά Γεωργιάδη
Σύμφωνα με όσα ανέφερε σε τηλεοπτική συνέντευξη, ο Άδωνις Γεωργιάδης υποστηρίζει ότι η κατηγορία περί «συγκάλυψης με δόλο» είναι «ακραία συκοφαντική», καθώς –όπως σημείωσε– δεν είχε καμία διοικητική αρμοδιότητα πάνω στους ελέγχους του εργοστασίου. Το κεντρικό επιχείρημά του είναι ότι «χωρίς αρμοδιότητα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί δόλος» και ότι, επειδή οι αναφορές έγιναν εκτός Βουλής, δεν τίθεται ζήτημα κοινοβουλευτικής ασυλίας για το συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός μίλησε για «επιστροφή της τοξικότητας» και για ένα όριο που –κατά την άποψή του– πρέπει να μπει στη δημόσια συζήτηση όταν η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε προσωπική στοχοποίηση. Η ρητορική αυτή, πάντως, δείχνει ότι το επιτελείο του επιδιώκει να μεταφέρει το βάρος από το τηλεοπτικό πεδίο στο πεδίο της ποινικής και αστικής αξιολόγησης.
Τι έχει προηγηθεί με τη μήνυση και την προθεσμία
Σημείο τριβής αποτέλεσε και το χρονικό θέμα της προθεσμίας, με τον υπουργό να λέει ότι η κ. Κωνσταντοπούλου είχε κινηθεί «οριακά» ως προς χρόνο κατάθεσης δικών της ενεργειών, ενώ τώρα εκείνος –όπως δήλωσε– θα καταθέσει τη μήνυση άμεσα. Τέτοιες αντιδικίες συχνά «κουμπώνουν» πάνω σε διαδικαστικούς κανόνες, που οι πολίτες μπορούν να αναζητούν συγκεντρωμένους μέσα από το gov.gr, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ουσία μιας υπόθεσης κρίνεται από μόνη της στον χρόνο κατάθεσης.
Ο χαρακτηρισμός «κότα» και η πολιτική σύγκρουση
Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε και λόγω του χαρακτηρισμού «κότα», που αποδόθηκε στον υπουργό σε τηλεοπτική εκπομπή από την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, με την ίδια –σύμφωνα με τα λεγόμενα που παραθέτεις– να προσθέτει στη συνέχεια ότι «το αποσύρει». Από την πλευρά Γεωργιάδη, η απάντηση ήταν ότι τέτοιες εκφράσεις ενισχύουν την «εκχυδαΐση» του διαλόγου και ότι η απάντηση θα δοθεί πλέον «στα δικαστήρια».
Σε επίπεδο πολιτικής ουσίας, η σύγκρουση πατάει σε δύο παράλληλες γραμμές: από τη μία, τη δημόσια αντιπαράθεση για ευθύνες και θεσμικές αρμοδιότητες· από την άλλη, τη σύγκρουση ύφους, όπου οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί γίνονται «πυροκροτητής» για περαιτέρω κλιμάκωση.
Γιατί μετράει το «πού ειπώθηκε»
Ιδιαίτερη σημασία έχει το επιχείρημα ότι οι επίμαχες αναφορές έγιναν στην τηλεόραση και όχι εντός του κοινοβουλίου. Στη Βουλή των Ελλήνων ισχύουν ειδικοί κανόνες για το τι καλύπτεται από την κοινοβουλευτική λειτουργία και τι όχι. Όταν μια σκληρή καταγγελία γίνεται εκτός του θεσμικού πλαισίου, αλλάζει και ο τρόπος που μπορεί να αξιολογηθεί νομικά, χωρίς βέβαια αυτό να προδικάζει το αποτέλεσμα.
Η δικαστική συνέχεια και το θεσμικό «τέλος γραμμής»
Ο υπουργός προανήγγειλε ότι το επόμενο βήμα είναι η δικαστική οδός, με στόχο είτε την ανάκληση είτε την εκδίκαση της υπόθεσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα αδικήματα που συνήθως επικαλούνται οι πλευρές σχετίζονται με συκοφαντική δυσφήμιση ή εξύβριση, όμως το τι τελικά θα τεθεί στο δικόγραφο είναι επιλογή των νομικών επιτελείων και κρίνεται κατά περίπτωση. Το «τελικό φίλτρο» παραμένει η δικαιοσύνη, με τον Άρειο Πάγο να αποτελεί την κορυφή της δικαστικής πυραμίδας για την ποινική και πολιτική δικαιοσύνη, σε επίπεδο αρχών και νομολογίας.
Πέντε βασικά συμπεράσματα
1. Η υπόθεση περνά από την πολιτική αντιπαράθεση στη νομική σύγκρουση.
2. Το ζήτημα της «αρμοδιότητας» προβάλλεται ως κεντρική άμυνα από τον υπουργό.
3. Ο τόπος και ο τρόπος της δήλωσης (τηλεόραση vs Βουλή) παίζουν ρόλο στο νομικό πλαίσιο.
4. Οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί ανεβάζουν την ένταση αλλά σπάνια λύνουν την ουσία.
5. Η έκβαση θα εξαρτηθεί από το τι ακριβώς αποδόθηκε, πώς αποτυπώθηκε, και πώς θα κριθεί δικαστικά—με το θεσμικό «αποτύπωμα» κάθε υπόθεσης να καταγράφεται, όταν χρειάζεται, ακόμη και μέσω του Εθνικού Τυπογραφείου για τις σχετικές δημοσιεύσεις και πράξεις του κράτους.





