Ο Ντόναλντ Τραμπ μετά από μια εκτενή εισαγωγική ομιλία δέχτηκε ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο και προανήγγειλε εξελίξεις
Σε μια εκτενή και γεμάτη πολιτικά μηνύματα συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ εμφανίστηκε ενώπιον των δημοσιογράφων, πλαισιωμένος από την προσωπάρχη του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, προκειμένου να απαντήσει αυτοπροσώπως σε ερωτήσεις για μια ευρεία γκάμα θεμάτων: από τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ μέχρι τη Γροιλανδία, τους δασμούς, το μεταναστευτικό, τον ΟΗΕ κ.ά.
Τα μηνύματα προς διάφορες κατευθύνσεις
Οι δηλώσεις του δεν στόχευαν μόνο στην ενημέρωση, αλλά κυρίως στη διαμόρφωση ατζέντας και στην άσκηση πίεσης προς συμμάχους και αντιπάλους, εν μέσω πανηγυρικού τόνου για όσα έχει πετύχει στον έναν χρόνο που συμπλήρωσε στη διακυβέρνηση της χώρας.
Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασής του αποτελούσε το ζήτημα της Γροιλανδίας, το οποίο ο Τραμπ επαναφέρει ως θέμα «εθνικής και παγκόσμιας ασφάλειας» και ήταν λογικό να είναι κεντρικό ζήτημα, καθώς ρωτήθηκε από διάφορους δημοσιογράφους σχετικά. Η σκόπιμα ασαφής απάντηση «θα μάθετε», στο ερώτημα πόσο μακριά είναι διατεθειμένος να φτάσει, λειτουργεί ως εργαλείο στρατηγικής ασάφειας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί ανοιχτό το φάσμα επιλογών -από οικονομική πίεση και διπλωματικές συμφωνίες μέχρι σκληρότερες μορφές διαπραγμάτευσης-, στέλνοντας ταυτόχρονα μήνυμα ισχύος προς την Ευρώπη.
Παράλληλα, η στάση του απέναντι στο ΝΑΤΟ αποκαλύπτει μια βαθιά αμφισβήτηση της συλλογικής αλληλεγγύης της Συμμαχίας. Αν και ο Τραμπ εμφανίζεται να πιστώνεται την αύξηση των αμυντικών δαπανών των συμμάχων, εξέφρασε ανοιχτά την αμφιβολία του για το κατά πόσον αυτοί θα ανταποκριθούν σε περίπτωση που οι ΗΠΑ χρειαστούν βοήθεια.
Οι αναφορές του σε ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Κιρ Στάρμερ και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναδεικνύουν τη σημασία που δίνει ο Τραμπ στις προσωπικές σχέσεις έναντι των θεσμικών πλαισίων. Η φιλική του στάση προς τον Τούρκο πρόεδρο και η ταυτόχρονη απαξίωση διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, ενισχύουν το αφήγημα μιας διεθνούς τάξης όπου οι ισχυροί ηγέτες διαπραγματεύονται απευθείας, παρακάμπτοντας πολυμερείς μηχανισμούς-οργανισμούς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος στάθηκε πολλή ώρα στην εισαγωγική του τοποθέτηση αναφερόμενος στο μεταναστευτικό και την πολιτική των συνόρων στη χώρα του, ένα θέμα που έχει μετατρέψει σε κορυφαίο της εσωτερικής πολιτικής ατζέντας. Η σκληρή ρητορική και η προβολή των «επιτευγμάτων» αποσκοπούσαν στη διατήρηση της εικόνας του αποφασιστικού ηγέτη, που προστατεύει την ασφάλεια και την οικονομία των ΗΠΑ.
Συνολικά, η συνέντευξη «χαρτογράφησε» τη στρατηγική Τραμπ γύρω από την πίεση και αμφισβήτηση συμμαχιών και ανάδειξη της αμερικανικής ισχύος ως απόλυτου διαπραγματευτικού όπλου με αιχμή τη στρατηγική -εντός και εκτός ΗΠΑ- του «Αmerica First», «πρώτα η Αμερική».
Όλα όσα είπε ο Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκίνησε με εισαγωγική ομιλία, στην οποία χαρακτήρισε την περασμένη χρονιά «μια εκπληκτική περίοδο», υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνησή του έχει πετύχει περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη «στον τομέα του στρατού, στον τερματισμό των πολέμων και στη συνολική ασφάλεια». Όπως είπε, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σήμερα «η πιο καυτή χώρα στον κόσμο».
Σημείωσε ότι δεν του αρέσει να μιλά τόσο συχνά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά το κάνει επειδή -κατά την άποψή του- «δεν μεταδίδουν την αλήθεια».
Στον γύρο ερωτήσεων, ο Τραμπ ρωτήθηκε για τις σχέσεις του με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Βρετανό πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ. «Τους συμπαθώ και τους δύο» απάντησε, σημειώνοντας ωστόσο ότι «είναι και οι δύο φιλελεύθεροι» και ότι συχνά είναι επικριτικοί απέναντί του όταν δεν είναι παρών. Όταν όμως βρίσκονται μαζί, όπως είπε, «τα πάμε καλά».
Παράλληλα, υποστήριξε ότι Γαλλία και Βρετανία αντιμετωπίζουν δύο βασικά προβλήματα: το μεταναστευτικό και το ενεργειακό. Ο Τραμπ δεν δίστασε να επαναλάβει την κριτική του στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, λέγοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες «πρέπει να τις εγκαταλείψουν», ενώ για το Ηνωμένο Βασίλειο τόνισε πως έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, τη Βόρεια Θάλασσα.
Γροιλανδία: «Θα μάθετε πόσο μακριά θα φτάσω»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσαν οι δηλώσεις του για τη Γροιλανδία. Όταν ρωτήθηκε πόσο μακριά είναι διατεθειμένος να φτάσει για να αποκτήσει η Ουάσιγκτον τον έλεγχο της περιοχής, απάντησε λακωνικά: «Θα μάθετε».
Σε άλλο σημείο, δήλωσε ότι η κατάσταση στη Γροιλανδία «θα εξελιχθεί αρκετά καλά», επιβεβαιώνοντας ότι έχουν προγραμματιστεί πολλές συναντήσεις για το θέμα, με αφορμή και την αναχώρησή του για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.
Ερωτηθείς αν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει ακόμη και μια διάλυση του ΝΑΤΟ για χάρη της Γροιλανδίας, ο Τραμπ απάντησε ότι «θα βρεθεί μια λύση που θα ικανοποιεί τόσο το ΝΑΤΟ όσο και εμάς», επιμένοντας ότι η Γροιλανδία είναι απαραίτητη «για την εθνική αλλά και την παγκόσμια ασφάλεια».
Ο Τραμπ επανήλθε πολλές φορές στο ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας ότι έχει κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο για τη Συμμαχία. Αναφέρθηκε στην αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών, λέγοντας ότι συμφώνησαν να φτάσουν από το 2% στο 5% του ΑΕΠ. Ωστόσο, εξέφρασε και έναν έντονο προβληματισμό: «Ξοδεύουμε τεράστια ποσά για το ΝΑΤΟ και ξέρω ότι θα έρθουμε να τους βοηθήσουμε, αλλά πραγματικά αμφιβάλλω αν θα έρθουν να βοηθήσουν εμάς».
Ο Τραμπ πρόσθεσε ότι προσπαθεί να επιλύσει τη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι δεν είχε πολύ χρόνο, καθώς επρόκειτο να μιλήσει τηλεφωνικά με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, τον οποίο χαρακτήρισε «έναν ηγέτη που συμπαθώ πολύ».
Παράλληλα, άσκησε κριτική στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, λέγοντας ότι «δεν έχει βοηθήσει πολύ» και ότι δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στις δυνατότητές του, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο το νέο Συμβούλιο Ειρήνης να τον αντικαταστήσει στο μέλλον.
Στο κομμάτι του μεταναστευτικού, ο Τραμπ έδειξε φωτογραφίες αλλοδαπών κακοποιών, κατηγορώντας την πολιτική «ανοιχτών συνόρων» της προηγούμενης κυβέρνησης των ΗΠΑ. Υπερασπίστηκε τη σκληρή γραμμή του, αν και αναγνώρισε ότι οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες «μερικές φορές κάνουν λάθη».
Αναφορικά με τους δασμούς, δήλωσε ότι έχουν αποφέρει «εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια» και ενίσχυσαν την εθνική ασφάλεια, ενώ παραδέχτηκε ότι εκκρεμεί απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τη νομιμότητά τους.
Ο Τραμπ επανέλαβε το αφήγημα των «επιτευγμάτων» της κυβέρνησής του, επιδεικνύοντας έναν ογκώδη φάκελο με όσα -όπως είπε- έχει καταφέρει μέσα σε έναν χρόνο διακυβέρνησης. Μια συνέντευξη Τύπου που, για ακόμη μία φορά, επιβεβαίωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να προκαλεί, να αιφνιδιάζει και να στέλνει ισχυρά πολιτικά μηνύματα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές ακροατήριο






