Η ιστορία της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων το 1913 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια μορφή που συχνά προκαλεί έκπληξη στους ιστορικούς: τον Εσάτ πασά, τον τελευταίο διοικητή της οθωμανικής φρουράς της πόλης.
Επιμέλεια: Κατερίνα Θεοχάρη
Αν και ήταν ο στρατηγός που υπερασπίστηκε την πόλη απέναντι στον ελληνικό στρατό, η τύχη του μετά την παράδοση των Ιωαννίνων υπήρξε ασυνήθιστη για αιχμάλωτο πολέμου. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε στην Ελλάδα, οι συνθήκες κράτησής του και οι σχέσεις που διατήρησε με Έλληνες αξιωματικούς αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερη πτυχή της ιστορίας των Βαλκανικών Πολέμων.
Σύμφωνα με στοιχεία που διασώζονται σε στρατιωτικά αρχεία και ιστορικές μελέτες, τα γεγονότα της περιόδου εκείνης αποτυπώνονται σε ντοκουμέντα που διατηρούνται ακόμη και σήμερα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, το οποίο διαθέτει εκτενή αρχειακό υλικό για τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Ποιος ήταν ο Εσάτ Πασάς
Ο Mehmet Esat Pasha γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1862. Η οικογένειά του είχε ελληνικές ρίζες, καθώς οι πρόγονοί του προέρχονταν από την οικογένεια των Γλυκήδων. Οι γονείς του είχαν εξισλαμιστεί, αλλά η ελληνική γλώσσα παρέμεινε βασικό στοιχείο της καθημερινότητάς τους.
Ο Εσάτ σπούδασε στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων και αργότερα στη στρατιωτική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Η στρατιωτική του εκπαίδευση συνεχίστηκε στη Γερμανία, όπου απέκτησε βαθιά γνώση της στρατιωτικής στρατηγικής της εποχής. Εκεί μάλιστα φέρεται να υπήρξε συμφοιτητής με τον διάδοχο του ελληνικού θρόνου, τον Κωνσταντίνο.
Η στρατιωτική του πορεία τον ανέδειξε σε έναν από τους σημαντικότερους αξιωματικούς του οθωμανικού στρατού. Όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, του ανατέθηκε η ευθύνη για την άμυνα των Ιωαννίνων, μιας πόλης στρατηγικής σημασίας για την Ήπειρο.
Η πολιορκία των ιωαννίνων και η παράδοση της πόλης
Η πολιορκία των Ιωαννίνων διήρκεσε περίπου τρεις μήνες και αποτέλεσε μια από τις πιο σκληρές συγκρούσεις των Βαλκανικών Πολέμων. Τα οχυρά του Μπιζανίου θεωρούνταν από τα ισχυρότερα της εποχής και αποτελούσαν το βασικό εμπόδιο για τον ελληνικό στρατό.
Ο ελληνικός στρατός, υπό την ηγεσία του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενίσχυσε σημαντικά τις δυνάμεις του στην Ήπειρο. Οι επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 1913 οδήγησαν τελικά στην κατάρρευση της οθωμανικής άμυνας.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1913 ο Εσάτ πασάς αποφάσισε να παραδώσει την πόλη προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω αιματοχυσία. Η πράξη αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ως ένδειξη στρατιωτικής ευθύνης, καθώς η συνέχιση της μάχης θα προκαλούσε μεγάλες απώλειες.
Ιστορικά στοιχεία για την επιχείρηση και τη στρατιωτική τακτική της περιόδου καταγράφονται και σε μελέτες που βασίζονται σε αρχεία του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου φυλάσσονται τεκμήρια της στρατιωτικής ιστορίας της Ελλάδας.

Η άφιξη του εσάτ στον πειραιά και η απρόσμενη υποδοχή
Μετά την παράδοση των Ιωαννίνων, ο Εσάτ πασάς μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου στην Ελλάδα. Το ταξίδι του προς τον Πειραιά έγινε με πλοίο από την Πρέβεζα, συνοδευόμενος από άλλους οθωμανούς αξιωματικούς.
Η άφιξή του στον Πειραιά τον Μάρτιο του 1913 αποτέλεσε μια από τις πιο παράδοξες στιγμές της εποχής. Αντί για αποδοκιμασίες, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στο λιμάνι και τον υποδέχθηκε με χειροκροτήματα.
Όπως αναφέρουν δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, ο ίδιος ο Εσάτ φέρεται να ρώτησε με έκπληξη τους συνοδούς του γιατί τον χειροκροτούσε το πλήθος. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι οι Έλληνες τιμούσαν τη γενναιότητα ενός αντιπάλου που πολέμησε με αξιοπρέπεια.
Το γεγονός αυτό θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι ηττημένοι αντίπαλοι εκείνη την εποχή.
Διαμονή σε πολυτελές ξενοδοχείο στην κηφισιά
Παρά το γεγονός ότι ήταν αιχμάλωτος πολέμου, ο Εσάτ πασάς δεν φυλακίστηκε. Οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν να του επιτρέψουν να διαμείνει στην Κηφισιά, σε πολυτελές ξενοδοχείο της εποχής.
Η παρουσία του στην Αθήνα προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολιτικών, διπλωματών και στρατιωτικών. Πολλοί τον επισκέφθηκαν για να συζητήσουν μαζί του την πορεία του πολέμου αλλά και την κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα βρισκόταν σε φάση αναδιοργάνωσης μετά τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκανικών Πολέμων, γεγονός που καταγράφεται και σε ιστορικά αρχεία που διατηρούνται από τη Βουλή των Ελλήνων.
Ο επαναπατρισμός των τούρκων αιχμαλώτων
Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι οθωμανοί αιχμάλωτοι πολέμου. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, πολλοί από αυτούς έλαβαν ακόμη και τους μισθούς που τους αναλογούσαν πριν επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Ο επαναπατρισμός τους οργανώθηκε με πλοία που διατέθηκαν από έλληνες εφοπλιστές, ενώ την όλη διαδικασία συντόνιζε επιτροπή στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος ο Εσάτ πασάς.
Οι σχετικές πληροφορίες επιβεβαιώνονται και από αρχειακό υλικό που διατηρείται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα οποία περιλαμβάνουν σημαντικά έγγραφα της περιόδου των Βαλκανικών Πολέμων.

Η μετέπειτα πορεία του εσάτ πασά
Μετά την επιστροφή του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Εσάτ πασάς συνέχισε τη στρατιωτική του καριέρα. Συμμετείχε σε σημαντικές επιχειρήσεις κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα στη μάχη της Καλλίπολης.
Το 1919 αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Αργότερα επισκέφθηκε ξανά τα Ιωάννινα, την πόλη όπου είχε γεννηθεί και την οποία είχε υπερασπιστεί ως στρατηγός του οθωμανικού στρατού.
Η ιστορία του Εσάτ πασά παραμένει μέχρι σήμερα ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο της ελληνοτουρκικής ιστορίας, καθώς συνδυάζει την ένταση του πολέμου με στιγμές αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ αντιπάλων.
Πηγές και ιστορικά τεκμήρια
Πολλά από τα στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του Εσάτ πασά προέρχονται από ιστορικές μελέτες και δημοσιεύματα της εποχής.
Ενδεικτικά:
• Αλέξανδρος Μωυσής, άρθρο στην εφημερίδα «Ηπειρωτικός Αγών» (23 Σεπτεμβρίου 2023).
• Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833-1949», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2014.
• Δημοσιεύματα των εφημερίδων «Ακρόπολις» και «Σκριπ» του 1913.
Τα ιστορικά αυτά τεκμήρια αποτελούν σημαντικές πηγές για την κατανόηση μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της εποχής των Βαλκανικών Πολέμων.







