ΚΟΚ: Το νέο κύμα ψηφιακών κλήσεων που έρχεται με τις κάμερες οδικής ασφάλειας δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο που «γράφεται» μια παράβαση. Αλλάζει –κυρίως– το πού πηγαίνουν τα χρήματα, ποιος τα διαχειρίζεται, ποιοι φορείς δικαιούνται μερίδιο και με ποια διαδικασία «κλειδώνει» η είσπραξη.
Ρεπορτάζ: Κατερίνα Θεοχάρη
Στο επίκεντρο μπαίνει ένα ενιαίο μοντέλο, με ηλεκτρονική κοινοποίηση, συγκεκριμένες προθεσμίες, αυτόματη βεβαίωση και έναν ειδικό λογαριασμό εσόδων που συνδέεται με την οδική ασφάλεια. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι «αν θα πληρώσουμε» – είναι «πώς μοιράζεται ο λογαριασμός».
Η «καρδιά» του νέου συστήματος στηρίζεται σε κεντρική διαχείριση, μέσω του αρμόδιου πλαισίου που συντονίζουν το Υπουργείο Εσωτερικών και οι ψηφιακές υποδομές του κράτους, ώστε η κλήση να βεβαιώνεται ηλεκτρονικά και ο παραβάτης να ενημερώνεται άμεσα. Η λογική είναι απλή: λιγότερη χαρτούρα, λιγότερες καθυστερήσεις, περισσότερη εισπραξιμότητα. Και αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι τα πρόστιμα δεν «χάνονται» σε έναν κυκεώνα αλληλογραφίας μεταξύ υπηρεσιών, αλλά ακολουθούν μια συγκεκριμένη διαδρομή μέχρι να καταλήξουν εκεί που προβλέπει ο νόμος.
Η βασική αλλαγή: προθεσμία 8 μηνών και μετά… βεβαίωση ως δημόσιο έσοδο
Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι όταν η παράβαση διαπιστώνεται είτε σε επιτόπιο έλεγχο είτε από ηλεκτρονικές συσκευές (κάμερες), το πρόστιμο καταβάλλεται ηλεκτρονικά «σε κωδικό πληρωμής» και υπάρχει προθεσμία οκτώ (8) μηνών από την κοινοποίηση για να πληρωθεί. Αν περάσει αυτό το διάστημα, το πρόστιμο βεβαιώνεται προσαυξημένο και εισπράττεται βάσει ΚΕΔΕ, δηλαδή σαν δημόσιο έσοδο, με διαδικασία που «δένει» την οφειλή. Αυτές οι λεπτομέρειες περιγράφονται στη δημόσια διαβούλευση του OpenGov.
Κομβικό σημείο: τα έσοδα κατευθύνονται σε διακριτό λογαριασμό εσόδου του κρατικού προϋπολογισμού με ονομασία που συνδέει ρητά τα πρόστιμα ΚΟΚ με έργα οδικής ασφάλειας. Με άλλα λόγια, το κράτος «βαφτίζει» τα χρήματα ως πόρο που πρέπει να επιστρέφει (τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος) στην ασφάλεια των δρόμων και στη λειτουργία του συστήματος.
![]()
Ποιος παίρνει τι: ΟΤΑ, κεντρικό σύστημα, ταμεία και φορείς καμερών
Στη συνέχεια, το κρίσιμο ερώτημα είναι η κατανομή. Το πλαίσιο (όπως εμφανίζεται στη διαβούλευση) προβλέπει ότι, ανάλογα με το ύψος των εισπραττόμενων προστίμων, εγγράφονται πιστώσεις μέσα στο έτος και αποδίδονται:
• Στους δικαιούχους ΟΤΑ (δήμους), μέσω του ΥΠΕΣ, με κριτήριο –μεταξύ άλλων– αν οι κάμερες εγκαθίστανται/συντηρούνται με μέριμνα και δαπάνη τους, με στόχο κυρίως έργα οδικής ασφάλειας.
• Στην ΟΔ.Υ.Σ.Ε.ΑΣ. (κεντρικός μηχανισμός διαχείρισης), από όπου μπορούν να χρηματοδοτούνται δράσεις οδικής ασφάλειας, λειτουργικές δαπάνες και –κατά το σχέδιο– και το έργο προμήθειας/εγκατάστασης/λειτουργίας του δικτύου καμερών μέσω του ΠΔΕ.
• Σε τομείς πρόνοιας σωμάτων ασφαλείας και συναφείς φορείς που προβλέπονται στο κείμενο, καθώς και σε λοιπούς φορείς που εγκαθιστούν σταθερούς ή φορητούς αισθητήρες/κάμερες.
Με απλά λόγια: δεν υπάρχει ένα «σεντούκι» που το παίρνει ένας φορέας. Υπάρχει κατανομή με πολλούς αποδέκτες, και η τεχνική λεπτομέρεια (το ακριβές «πόσο» ανά φορέα) ρυθμίζεται με κοινές υπουργικές αποφάσεις, όπως προβλέπεται.
Η ΑΑΔΕ μπαίνει στο παιχνίδι όταν η κλήση δεν πληρωθεί
Σε αυτό το μοντέλο, η ΑΑΔΕ δεν «γράφει» την κλήση, αλλά αποτελεί τον μηχανισμό που μπορεί να αναλάβει το κομμάτι της βεβαίωσης/είσπραξης όταν η οφειλή μετατραπεί σε ληξιπρόθεσμη, μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες είσπραξης δημοσίων εσόδων. Άρα ο πολίτης που αφήνει την κλήση να «ξεχαστεί» ουσιαστικά την βλέπει να μετατρέπεται σε υπόθεση κράτους, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (προσαυξήσεις, ΚΕΔΕ, κ.λπ.).
Τι αλλάζει για τον οδηγό: από το παρμπρίζ… στο κινητό και στην ένσταση
Η μεγάλη πολιτική στόχευση είναι να κοπεί η καθυστέρηση μηνών (ή και ετών) ανάμεσα στη βεβαίωση και στην ειδοποίηση/είσπραξη. Η κλήση –με το νέο μοντέλο– οδεύει προς ηλεκτρονική επίδοση και διαχείριση, με δυνατότητα άμεσης πληρωμής και με σαφή χρονικά όρια. Παράλληλα, το σύστημα προβλέπει διαδικασίες όταν η παράβαση βεβαιώνεται μόνο από τον αριθμό κυκλοφορίας: ο ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να υποδείξει τον πραγματικό οδηγό με υπεύθυνες δηλώσεις, μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία.
Εδώ εμπλέκονται επιχειρησιακά και οι αρμόδιες αρχές ελέγχου, όπως η ΕΛ.ΑΣ. (Τροχαία/αστυνομικά όργανα), που παραμένουν κρίσιμος πυλώνας στη βεβαίωση παραβάσεων – ακόμη κι αν η «βιομηχανία» των καμερών αυξάνει το αυτοματοποιημένο κομμάτι.
Τα 110 εκατ. και το πραγματικό στοίχημα: είσπραξη και έργα, όχι «θόρυβος»
Στην πράξη, η δημόσια συζήτηση ανάβει κάθε φορά που ακούγονται μεγάλα ποσά – όπως τα περίπου 110 εκατ. ευρώ τον χρόνο σε βεβαιωμένα πρόστιμα. Το ουσιαστικό όμως δεν είναι μόνο το συνολικό νούμερο, αλλά το ποσοστό που τελικά εισπράττεται και το αν επιστρέφει με μετρήσιμο τρόπο στην οδική ασφάλεια: καλύτερη σήμανση, φωτισμός, ασφαλτοστρώσεις σε επικίνδυνα σημεία, έξυπνες διαβάσεις, παρεμβάσεις σε «μαύρα» σημεία, αλλά και συντήρηση του ίδιου του δικτύου ελέγχου.
Αν το νέο μοντέλο αποδώσει, ο οδηγός θα το καταλάβει όχι από το «μπιπ» της ειδοποίησης στο κινητό, αλλά από το αν οι δρόμοι γίνουν λιγότερο επικίνδυνοι. Κι αυτό είναι το πραγματικό τεστ αξιοπιστίας: να μη μείνει η ιστορία στο «ψηφιακό πρόστιμο», αλλά να αποδειχθεί ότι ο μηχανισμός που σχεδιάζεται –και περιγράφεται ήδη ως πλαίσιο στο OpenGov– οδηγεί σε μετρήσιμη μείωση παραβάσεων και ατυχημάτων.






