ΑΠΘ: Η εικόνα που έμεινε από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι «απλώς ένα πάρτι που ξέφυγε». Είναι ένα τεστ εφαρμογής πολιτικής – και προς το παρόν, αποτυχημένο.
Ρεπορτάζ: Παντελής Χαριτάκης- tilegrafimanews.gr
Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στήθηκε μαζική συγκέντρωση με εκατοντάδες συμμετέχοντες, και όταν η νύχτα γύρισε σε επεισόδια, βρέθηκαν μπροστά σε έναν γνώριμο ελληνικό μηχανισμό: νόμοι που γράφονται, μέτρα που ανακοινώνονται, ευθύνες που «κυκλοφορούν», αλλά κανείς δεν κρατάει πραγματικά το τιμόνι.
Το ΑΠΘ και ο νόμος που «σκόνταψε» πριν περπατήσει
Το επεισόδιο στην Πολυτεχνική Σχολή λειτούργησε σαν μικρογραφία του προβλήματος: ελεγχόμενη πρόσβαση, τουρνικέ, κάμερες, ιδιωτική φύλαξη, σχέδια ασφαλείας – όλα συζητημένα, όλα «θεωρητικά έτοιμα», αλλά η πράξη έδειξε κενά. Οι προσαγωγές ήταν μαζικές (αναφέρονται 313) και οι έρευνες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ώρες, ενώ η δημόσια συζήτηση άναψε ξανά γύρω από το ποιος επιτηρεί τι, πότε και με ποια εντολή.
Το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η βία. Είναι η «φοβική απραξία» που επιτρέπει να μετατρέπεται ένα πανεπιστημιακό campus σε πεδίο όπου—ανάλογα με τη νύχτα—χωράνε από αυτοσχέδιες γιορτές μέχρι συγκρούσεις. Και όταν όλα τελειώσουν, να ξεκινά το γνωστό παιχνίδι ευθυνών: πρυτανικές αρχές, ιδιωτική ασφάλεια, αστυνομία «απ’ έξω», υπουργείο που ζητά εξηγήσεις. Αν ο πολίτης ακούει μόνο δικαιολογίες, χάνει εμπιστοσύνη όχι στην αντιπολίτευση ή την κυβέρνηση, αλλά στο ίδιο το κράτος.
Τι «καίει» πρακτικά τους φοιτητές και τους γονείς; Όχι αν το τουρνικέ είναι «ιδεολογικό». Αλλά αν υπάρχει λειτουργική πρόληψη, καθαρές αρμοδιότητες και συνέπειες. Και κυρίως: αν μπορεί να εφαρμοστεί μια πολιτική ασφάλειας χωρίς να γίνει το πανεπιστήμιο φρούριο – αλλά και χωρίς να μένει ξέφραγο αμπέλι.
Οι κάμερες και τα τουρνικέ δεν είναι πανάκεια
Ακόμα κι αν μπει τεχνολογία, δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Θέλει κανόνες, φύλαξη που να λειτουργεί, συνεργασία με Ελληνική Αστυνομία όταν υπάρχουν ενδείξεις κινδύνου, και—το πιο δύσκολο—πολιτικό κόστος για αποφάσεις που δεν «βολεύουν» κανέναν. Γιατί αλλιώς, το κράτος θα συνεχίσει να τρέχει πίσω από τα γεγονότα.
Ο Τραμπ καλεί, η Ευρώπη διστάζει, η Αθήνα ζυγίζει
Στο διπλωματικό πεδίο, η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει πάνω σε άλλο λεπτό σχοινί: την πρόσκληση του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη για συμμετοχή σε «Peace Council» με επίκεντρο τη δεύτερη φάση σχεδίου ανοικοδόμησης για τη Γάζα, με αναμενόμενη απάντηση «τις επόμενες ημέρες». Η πληροφορία αυτή καταγράφεται σε ρεπορτάζ που μιλά για επιφυλάξεις πολλών κρατών-μελών της ΕΕ ως προς το θεσμικό πλαίσιο.
Εδώ είναι η ουσία: η Αθήνα δεν θέλει να φανεί ότι λέει «όχι» στις ΗΠΑ, αλλά επίσης δεν θέλει να χρεωθεί συμμετοχή σε σχήμα που μπορεί να εκληφθεί ως παράκαμψη ή ανταγωνισμός διεθνών θεσμών. Το Υπουργείο Εξωτερικών κινείται σε συντονισμό με τους Ευρωπαίους, όμως το πολιτικό timing είναι δηλητηριώδες: κάθε απόφαση θα διαβαστεί ως «μήνυμα»—είτε προς Ουάσιγκτον είτε προς Βρυξέλλες.
Από τα ΑΕΙ… στις «σκιές» κατασκοπείας
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το τρίτο μέτωπο έχει τον πιο βαρύ συμβολισμό: η υπόθεση του σμηνάρχου που κατηγορείται για διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών προς την Κίνα, με περιγραφές για modus operandi, εμπλοκή υπηρεσιών και παρακολούθηση, και αναφορές σε συνεργασία με αμερικανικές υπηρεσίες.
Παράλληλα, δημοσιεύματα παρουσιάζουν διάταξη που προβλέπει δυνατότητα έκπτωσης από την ελληνική ιθαγένεια για συγκεκριμένα αδικήματα παραβίασης μυστικών, υπό την προϋπόθεση αμετάκλητης καταδίκης—μια θεσμικά φορτισμένη συζήτηση που ακουμπά το όριο ανάμεσα στην εθνική ασφάλεια και τα δικαιώματα.
Εδώ μπαίνει και η μεγάλη εικόνα: το ελληνικό κράτος θέλει να δείξει μηδενική ανοχή, ειδικά σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές «τριβές» κάνουν την πληροφορία πολύτιμο όπλο. Αλλά αν η συζήτηση γίνει με όρους επικοινωνίας και όχι θεσμικής σοβαρότητας, το αποτέλεσμα θα είναι διχασμός και καχυποψία.
Μία κοινή γραμμή: κράτος που τρέχει πίσω από τα γεγονότα
ΑΠΘ, διπλωματική πρόσκληση-παγίδα, υπόθεση κατασκοπείας: τρία διαφορετικά πεδία, μία κοινή δυσκολία. Η χώρα μοιάζει συχνά να αντιδρά αφού συμβεί το κακό, αντί να προλαμβάνει. Και αυτό είναι που εξαντλεί τους «κυρ Παντελήδες»—όχι ως στερεότυπο, αλλά ως πραγματικούς πολίτες που πληρώνουν φόρους και ζητούν στοιχειώδη ασφάλεια, θεσμική συνέπεια και σοβαρή εξωτερική πολιτική.
Για να αλλάξει το έργο, χρειάζεται καθαρό «ποιος κάνει τι»: από το Υπουργείο Παιδείας για τα σχέδια ασφαλείας στα ΑΕΙ, μέχρι την επιχειρησιακή συνεργασία με τις αρχές και τη θεσμική θωράκιση της εθνικής ασφάλειας με διαφάνεια και λογοδοσία—όχι μόνο με αυστηρές δηλώσεις.





