Μητσοτάκης: Η ελληνική διπλωματία, όπως επισημαίνει από την πρώτη στιγμή το Υπουργείο Εξωτερικών, αντιμετωπίζει τις πρόσφατες τουρκικές NAVTEX ως επανάληψη μιας πάγιας τακτικής αμφισβήτησης και όχι ως νέα ποιοτική κλιμάκωση, ωστόσο το χρονικό σημείο που εκδηλώνονται –λίγο πριν από τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν– τις φορτίζει πολιτικά και γεωπολιτικά.
Ρεπορτάζ: Παντελής Χαριτάκης
Το επικείμενο ραντεβού των δύο ηγετών πριν τις 15 Φεβρουαρίου δεν γίνεται σε ουδέτερο περιβάλλον· γίνεται με ανοιχτά ζητήματα σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο, ΝΑΤΟ, ευρωπαϊκές σχέσεις και ενεργειακούς διαδρόμους.
Το μήνυμα των NAVTEX
Η Τουρκία χρησιμοποιεί διαχρονικά το σύστημα αναγγελιών για ναυσιπλοΐα και αεροπλοΐα ως εργαλείο πολιτικής δήλωσης θέσεων. Η Αθήνα τονίζει ότι πρόκειται για κατάχρηση ενός τεχνικού μηχανισμού ασφάλειας ναυσιπλοΐας, κάτι που επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία διεθνών δομών, περιλαμβανομένου του ΝΑΤΟ, το οποίο βασίζεται σε σαφείς κανόνες συντονισμού επιχειρησιακών περιοχών. Οι ελληνικές αρχές υπογραμμίζουν ότι οι NAVTEX δεν δημιουργούν κυριαρχικά δικαιώματα ούτε επηρεάζουν νομικά καθεστώτα.
Η συνάντηση με χαμηλές προσδοκίες
Ο πρωθυπουργός έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι ο στόχος της συνάντησης είναι η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η Άγκυρα μετακινείται από τη θέση της περί «πακέτου διαφορών», ούτε ότι εγκαταλείπει ρητορική για χωρικά ύδατα και αποστρατιωτικοποίηση. Η Αθήνα επιμένει στη μοναδική νομική διαφορά, δηλαδή την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, στη βάση του Δικαίου της Θάλασσας όπως αυτό ερμηνεύεται στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
Το γεωπολιτικό υπόβαθρο
Η Τουρκία επιχειρεί ταυτόχρονα επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ και ρόλο περιφερειακού διαμεσολαβητή, όμως βλέπει να ενισχύονται περιφερειακά σχήματα συνεργασίας στα οποία δεν συμμετέχει. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι αυτές οι συνεργασίες εντάσσονται σε ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική σταθερότητας, συνδεδεμένη με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την Άγκυρα, αντίθετα, δημιουργείται η αίσθηση αποκλεισμού από νέους άξονες ενέργειας και μεταφορών.

Η διάσταση της ασφάλειας
Η Τουρκία επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στο επίπεδο «ασφάλειας της Συμμαχίας», προβάλλοντας επιχειρήματα περί διαμοιρασμού πληροφοριών με μη νατοϊκές χώρες. Διπλωματικές πηγές στην Αθήνα θεωρούν ότι πρόκειται για πολιτική πίεση και όχι για πραγματική επιχειρησιακή ανησυχία. Η Ελλάδα, ως πλήρες μέλος τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ, λειτουργεί θεσμικά και με διαφάνεια, ενώ η συνεργασία της με τρίτες χώρες δεν αντιβαίνει σε κανέναν κανονισμό.
Οι ευρωπαϊκές ισορροπίες
Ένα ακόμη στοιχείο πίεσης για την Τουρκία είναι η εκκρεμότητα της τελωνειακής ένωσης. Η αναβάθμιση του πλαισίου συζητείται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όμως η πρόοδος εξαρτάται από συνολικές σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, περιλαμβανομένων θεμάτων κράτους δικαίου και σχέσεων με κράτη-μέλη. Η Αθήνα γνωρίζει ότι η οικονομική διάσταση επηρεάζει και τη διπλωματική στάση της Άγκυρας.
Trump on whether he’ll sell F-35 jets to Türkiye:
We are thinking about it very seriously.
When the same question was asked to Netanyahu, Trump said:
I promise they’ll never use them on Israel. pic.twitter.com/0VCK9qj3Cc
— Clash Report (@clashreport) December 29, 2025
Τα ελληνοτουρκικά σε περιφερειακό χάρτη
Η συνάντηση των δύο ηγετών θα γίνει με ανοιχτά και τα ενεργειακά. Η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει χώρος ανταγωνισμού για αγωγούς, καλώδια διασύνδεσης και θαλάσσιες έρευνες. Η Αθήνα ξεκαθαρίζει ότι έργα διασύνδεσης μεταξύ ελληνικών νησιών αποτελούν εσωτερική υπόθεση και δεν υπόκεινται σε άδεια τρίτων.
Η πραγματική ατζέντα
Πίσω από τις NAVTEX υπάρχουν έξι βασικά μέτωπα:
1. Θαλάσσιες ζώνες και οριοθέτηση.
2. Χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος.
3. Αποστρατιωτικοποίηση νησιών.
4. Περιφερειακές συνεργασίες.
5. Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας.
6. Ρόλος Τουρκίας σε ΝΑΤΟ και Μέση Ανατολή.
Η Αθήνα προσεγγίζει τη συνάντηση με ρεαλισμό, όχι με προσδοκία θεαματικών λύσεων. Το ζητούμενο είναι η αποφυγή ατυχήματος και η διατήρηση μηχανισμών επικοινωνίας. Οι NAVTEX λειτουργούν περισσότερο ως πολιτικό σήμα παρά ως στρατιωτικό γεγονός. Το κρίσιμο είναι αν οι δύο πλευρές μπορούν να κρατήσουν τις διαφωνίες εντός πλαισίου διαλόγου, χωρίς μετατροπή της έντασης σε κρίση.







