ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ: Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Καράκας περνά σε νέα, πιο επικίνδυνη φάση, μετά τη δημόσια προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι ο εναέριος χώρος της Βενεζουέλας είναι «εντελώς κλειστός».
Ρεπορτάζ: Παντελής Χαριτάκης
Με μια ανάρτηση–μανιφέστο στο προσωπικό του δίκτυο, ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε «αεροπορικές εταιρείες, πιλότους, λαθρεμπόρους ναρκωτικών και ανθρώπων» να θεωρήσουν πως πάνω και γύρω από τη χώρα της Λατινικής Αμερικής δεν υπάρχει πια ασφαλές πέρασμα.
Η δήλωση, που δεν συνοδεύτηκε από λεπτομερή νομική ή στρατιωτική τεκμηρίωση από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, λειτούργησε όμως ως πολιτικός εκκωφαντικός συναγερμός.
«Εχθρική πράξη» και επίδειξη ισχύος από το Καράκας
Στη βενεζουελάνικη πρωτεύουσα, η κυβέρνηση Μαδούρο απάντησε ακαριαία, καταγγέλλοντας την αμερικανική κίνηση ως «αποικιοκρατική απειλή» που πλήττει ευθέως την κυριαρχία της χώρας. Το υπουργείο Εξωτερικών της Βενεζουέλας έκανε λόγο για «εξωφρενική, παράνομη και αδικαιολόγητη επίθεση» απέναντι στον λαό της χώρας, κλιμακώνοντας τη ρητορική της σύγκρουσης.
Παράλληλα, οι ένοπλες δυνάμεις της Βενεζουέλας προχώρησαν σε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικά γυμνάσια κατά μήκος των ακτών, με εικόνες από αντιαεροπορικά συστήματα και βαριά πυροβόλα να μεταδίδονται από την κρατική τηλεόραση. Πάνω από τη βάση στο Μαρακάι, ρωσικής κατασκευής Sukhoi και παλαιότερα F-16 (αγορασμένα από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’80) πραγματοποίησαν επιδείξεις, στέλνοντας μήνυμα ότι ο στρατός παραμένει σε ετοιμότητα για «υπεράσπιση του ουρανού και της θάλασσας» της χώρας.
Η κυβέρνηση Μαδούρο επιμένει ότι πίσω από τις κινήσεις της Ουάσινγκτον δεν βρίσκεται μόνο η «μάχη κατά των καρτέλ των ναρκωτικών», όπως υποστηρίζει ο Τραμπ, αλλά μια κλασική απόπειρα «αλλαγής καθεστώτος» και έλεγχος των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας. Ολόκληρη η ρητορική της βενεζουελάνικης ηγεσίας χτίζεται πάνω σε αυτή τη γραμμή: ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μετατρέψουν τη Βενεζουέλα σε ακόμη ένα πεδίο επιρροής τους, μέσα από οικονομική ασφυξία και στρατιωτική πίεση.
Ουάσινγκτον σε… πολεμικό ύφος
Την ίδια ώρα, η αμερικανική πλευρά δείχνει πως δεν περιορίζεται στη σκληρή γλώσσα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ανακοινώσει «μείζονα στρατιωτική ανάπτυξη» στην Καραϊβική, με ανάπτυξη δυνάμεων του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού, υπό το μανδύα της καταπολέμησης του διασυνοριακού λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Σύμφωνα με αναφορές που επικαλούνται αμερικανικά ΜΜΕ, στην περιοχή επιχειρεί και μεγάλο αεροπλανοφόρο, εξέλιξη που κλιμακώνει το γεωπολιτικό ρίσκο.
Οι κινήσεις αυτές εγγράφονται στη γενικότερη στρατηγική πίεσης που ασκεί εδώ και χρόνια η Ουάσινγκτον μέσω κυρώσεων, οικονομικού αποκλεισμού και στοχευμένων επιχειρήσεων. Η πρόσφατη απόφαση να χαρακτηριστεί το υποτιθέμενο «Καρτέλ των Ήλιων» –μια οντότητα που πολλοί ειδικοί αμφισβητούν αν υφίσταται όπως περιγράφεται– ως «ξένη τρομοκρατική οργάνωση», προστίθεται στη λίστα μέτρων που παρουσιάζονται ως μέρος του «πολέμου κατά των ναρκωτικών». Εργαλεία όπως οι κυρώσεις και οι τρομοκρατικές λίστες του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε βασικά μέσα εξωτερικής πολιτικής, με άμεσες συνέπειες για τη βενεζουελάνικη οικονομία και την κοινωνία.
Στρατιωτικά γυμνάσια, κλειστός ουρανός και ανήσυχοι επιβάτες
Η αναταραχή δεν περιορίζεται στο διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Οι αποφάσεις αεροπορικών εταιρειών να αναστείλουν πτήσεις προς τη Βενεζουέλα για λόγους ασφαλείας, σε συνδυασμό με τις προειδοποιήσεις της Ουάσινγκτον, έχουν δημιουργήσει ένα χάος για χιλιάδες ταξιδιώτες.
Στο αεροδρόμιο της Μαϊκετία, που εξυπηρετεί το Καράκας, ταξιδιώτες προσπαθούν να επαναδρομολογήσουν ταξίδια μέσα από τρίτες χώρες, με μεγαλύτερο κόστος και διαδρομές που θυμίζουν… οδύσσεια: Σαντιάγο–Μπογκοτά–Κούκουτα, διάσχιση των συνόρων πεζή, και στη συνέχεια εσωτερική πτήση. Οι μαρτυρίες τους δείχνουν κάτι πολύ χαρακτηριστικό για την καθημερινότητα σε ζώνες γεωπολιτικής έντασης: μια κοινωνία που έχει μάθει να ζει με διαρκείς απειλές, αλλά και με την αβεβαιότητα ενός πιθανού πολέμου που «ίσως έρθει, ίσως όχι».
Πολιτικός σεισμός στην Ουάσινγκτον
Οι πιο ηχηρές αντιδράσεις στις δηλώσεις Τραμπ δεν ήρθαν μόνο από το Καράκας, αλλά και από το ίδιο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο υπενθύμισαν δημοσίως ότι, συνταγματικά, μόνο το Κογκρέσο έχει την αρμοδιότητα να κηρύξει πόλεμο – όχι ο Λευκός Οίκος.
Η ρεπουμπλικανή Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, η οποία πλέον έχει αποστασιοποιηθεί από τον Τραμπ, έσπευσε να θυμίσει ότι οι μονομερείς κινήσεις προέδρων σε προηγούμενες δεκαετίες οδήγησαν τις ΗΠΑ σε μακροχρόνιες και δαπανηρές στρατιωτικές περιπέτειες. Αντίστοιχα, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, έκανε λόγο για «απερίσκεπτες ενέργειες» που σπρώχνουν τη χώρα «προς έναν νέο, δαπανηρό πόλεμο στο εξωτερικό».
Σε αυτό το πλαίσιο, οι θεσμικές φωνές περιορισμού και ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η συζήτηση αγγίζει πλέον και τα όρια των προεδρικών εξουσιών σε περιβάλλον υβριδικών απειλών, όπου ο «πόλεμος» μπορεί να ξεκινήσει χωρίς επίσημη κήρυξη, μέσα από αποκλεισμούς, στοχευμένα πλήγματα ή ακόμη και κυβερνοεπιθέσεις, με ελάχιστη πολιτική λογοδοσία. Σε τέτοιους φακέλους, καθοριστικό ρόλο παίζουν και διεθνείς οργανισμοί, από το ΝΑΤΟ μέχρι τον ΟΗΕ, που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε καταδίκες παραβιάσεων και στην ανάγκη αποφυγής γενικευμένης ανάφλεξης.
Από τα ναρκοπλοία στον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης
Τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ έχουν κλιμακώσει τις επιχειρήσεις τους κατά πλοίων που, όπως υποστηρίζουν, μεταφέρουν φορτία ναρκωτικών με αφετηρία ή προορισμό τη Βενεζουέλα. Πλήγματα σε περισσότερα από 20 πλοία, με δεκάδες νεκρούς, έχουν ήδη καταγραφεί στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό. Όμως, όπως επισημαίνουν διπλωματικές πηγές και εμπειρογνώμονες σε think tanks που παρακολουθεί στενά ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, η έλλειψη διαφάνειας στα στοιχεία που παρουσιάζει η Ουάσινγκτον τροφοδοτεί την καχυποψία: πόσο συνδέονται πράγματι όλα αυτά τα πλοία με καρτέλ, και πόσο λειτουργούν ως συμβολικοί στόχοι σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης κατά του καθεστώτος;
Για το Καράκας, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: οι επιχειρήσεις αυτές εντάσσονται σε ένα σενάριο «στρατιωτικοποίησης» της κρίσης, που θα μπορούσε να οδηγήσει –έστω και «τυχαία»– σε θερμό επεισόδιο. Η συνεχής παρουσία αμερικανικών μαχητικών σε απόσταση λίγων δεκάδων χιλιομέτρων από τις βενεζουελάνικες ακτές, όπως καταγράφεται σε ιστότοπους παρακολούθησης αεροσκαφών, αυξάνει τον κίνδυνο λάθους υπολογισμού, είτε από την μία είτε από την άλλη πλευρά.
Διπλωματία τηλεφώνου και λεπτές ισορροπίες
Την ίδια στιγμή, δημοσιεύματα μεγάλων εφημερίδων στις ΗΠΑ αποκαλύπτουν ότι, πίσω από τη σκληρή ρητορική, Τραμπ και Μαδούρο συζήτησαν πρόσφατα τηλεφωνικά για μια πιθανή συνάντησή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για την κλασική «διπλωματία δύο επιπέδων»: σκληρές δηλώσεις προς το εσωτερικό ακροατήριο, την ώρα που στο παρασκήνιο διερευνώνται δρόμοι για απευθείας διαπραγμάτευση.
Το αν αυτό θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση ή σε νέα κλιμάκωση παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Προς το παρόν, ένα είναι βέβαιο: με τον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας να κηρύσσεται «κλειστός» από την Ουάσινγκτον, και τα βενεζουελάνικα μαχητικά να κόβουν κύκλους πάνω από τα παράλια της Καραϊβικής, η κρίση έχει μπει σε μια ζώνη υψηλού ρίσκου – εκεί όπου ένα λάθος, μια παρερμηνεία ή ένα «ατύχημα» μπορεί να μετατρέψει ένα ακόμη μέτωπο ψυχρού πολέμου σε πραγματική, θερμή σύγκρουση.





