Υπό τον τίτλο “Ο Μπόρις Τζόνσον θα διορθώσει τις αδικίες της αποικιοκρατίας και θα επιστρέψει τα Ελγίνεια Μάρμαρα; Ας γελάσω” ο Βρετανός αρθρογράφος κάνει λόγο για “κλοπή” των Μαρμάρων από τον Έλγιν, από τη μόνη χώρα στην ιστορία του Παρθενώνα (σ.σ. Μεγάλη Βρετανία) που “επιτεθηκε” στο Μνημείο.

Η Independent επιτίθεται στον Βρετανό πρωθυπουργό και στηρίζει το Ελληνικό αίτημα
Σαφή θέση υπέρ της επιστροφής στην Ελλάδα των Γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο βρετανικό Μουσείο, παίρνει σε άρθρο γνώμης στον “Independent” o Ντένις ΜακΣέιν.

Ο αρθρογράφος του “Independent” παρουσιάζει ένα ιστορικό της υπόθεσης, από το πώς έγινε η αφαίρεση των Γλυπτών από τον Παρθενώνα, μέχρι και τις αρνήσεις των εκάστοτε βρετανικών κυβερνήσεων να επιστρέψουν στην Αθήνα τα Μάρμαρα.

“Raubkunst” είναι μια κατασκευασμένη γερμανική λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει «κλεμμένη τέχνη». Χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς που λεηλάτησαν οι Ναζί από Γερμανοεβραίους έως το 1939 και στη συνέχεια απ’ όλη την αποικιοκρατούμενη από τη Γερμανία Ευρώπη κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το μεγαλύτερο μέρος της Raubkunst του 20ου αιώνα έχει επιστραφεί στους ιδιοκτήτες της ή στα μουσεία και τους ιστορικούς τόπους από τους οποίους είχε λεηλατηθεί. Στη Γαλλία, ο πρόεδρος Μακρόν ηγείται της Ευρώπης επιστρέφοντας κλεμμένη τέχνη στο Μπενίν.

Όμως στο Λονδίνο υπάρχει το μεγαλύτερο στον κόσμο παράδειγμα Raubkunst που εξακολουθεί να παρακρατείται από τους νόμιμους ιδιοκτήτες της” αναφέρει ο Ντένις ΜακΣέιν στο άρθρο του.

“Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα ήταν το μεγαλειώδες τμήμα του ναού της Αθηνάς –ενός αρχαίου μνημείου που στέκει επί 2.500 χρόνια στην κορυφή της Ακρόπολης. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά κτίρια στην παγκόσμια ιστορία και ανεγέρθηκε το 447 π.Χ. αφού οι Έλληνες είχαν απωθήσει τις στρατιές των Περσών– μια εξαιρετική στιγμή στην ιστορία η οποία άνοιξε τον δρόμο για την άνθηση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της φιλοσοφίας, της ηθικής, του θεάτρου, της τέχνης και της αρχιτεκτονικής στον δυτικό πολιτισμό. Διάφοροι εισβολείς και κατακτητές ήρθαν και παρήλθαν, όμως όλοι κοίταζαν με δέος το κάλλος του Παρθενώνα και τον άφησαν άθικτο.

Ακόμη και οι Ναζί δεν επιδίωξαν να κλέψουν από τον Παρθενώνα τους θησαυρούς του. Αντί γι’ αυτό ύψωσαν μια γιγάντια σημαία με τη Σβάστικα πάνω από το κτίριο τον Απρίλιο του 1941, όταν άρχισε η γερμανική κατοχή της Ελλάδας. Τον επόμενο μήνα, δύο έφηβοι σκαρφάλωσαν στην Ακρόπολη και την κατέβασαν. Σε μια εποχή που η Γαλλία συνεργαζόταν με τους Ναζί και ο Στάλιν ήταν σύμμαχος του Χίτλερ, αυτή ήταν η πρώτη πράξη αντίστασης από δύο Έλληνες –εμπνευσμένη από την άρνηση του Τσώρτσιλ να υποκλιθεί στον Ναζισμό– που έδειξε στον κόσμο ότι θα υπάρξει αντίσταση στη βεβήλωση της κοιτίδας της δημοκρατίας” σημειώνει επίσης ο αρθρογράφος του “Independent”.

“Το 1801 η Βρετανία έγινε η μόνη χώρα στην Ιστορία που επιτέθηκε απ’ ευθείας στον Παρθενώνα, όταν ένας βρετανός αξιωματούχος έστειλε εργάτες με τσεκούρια, βαρειές και πριόνια για να κόψουν και να πάρουν τα ωραιότατα αγάλματα θεών, ανθρώπων και αλόγων από το πάνω μέρος των τοίχων του Παρθενώνα.

Τώρα εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο αφού τα λεύκαναν ανίδεοι έφοροι — παρόλο που ο Παρθενώνας, όπως όλοι οι ναοί της εποχής, ήταν βαμμένος με ζωηρά χρώματα.

Ο Τόμας Μπρους, ο έβδομος κόμης του Έλγιν, ήταν πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στις αρχές του 19ου αιώνα. Σκωτσέζος στρατιωτικός και ακόλαστος, είχε κολλήσει σύφιλη εξαιτίας της οποίας είχε πέσει η μύτη του. Έστειλε έναν πράκτορα στην Αθήνα για να κλέψει τα μάρμαρα και δωροδόκησε τον οθωμανό κυβερνήτη της πόλης, ο οποίος υπέθεσε ότι ο Λόρδος Έλγιν είχε καλό όνομα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ότι είχε τις ευλογίες της για την κλοπή.

Το Βρετανικό Μουσείο και διαδοχικοί βρετανοί υπουργοί προσποιήθηκαν πως υπήρχε επίσημο έγγραφο –ένα φιρμάνι– που είχε δοθεί από τους Οθωμανούς στον Έλγιν, αλλά ουδείς κατάφερε ποτέ να βρει κάποιο αντίγραφο είτε στα οθωμανικά αρχεία είτε στα χαρτιά του Έλγιν. Όταν προκλήθηκε από έρευνα του Κοινοβουλίου αφού επέστρεψε στο Λονδίνο, είχε κομπάσει για μια ιταλική μετάφραση του οθωμανικού εγγράφου, αλλά ουδέποτε την παρουσίασε” γράφει ο ΜακΣέιν.