Τραμπ: Την ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του Ντόναλντ Τραμπ για την υπόθεση της Στόρμι Ντάνιελς θα επιχειρήσουν να πετύχουν οι δικηγόροι του την Πέμπτη, ενώπιον εφετείου της Νέας Υόρκης, δύο χρόνια μετά την ιστορική καταδίκη του Αμερικανού προέδρου.
Ο Τραμπ κρίθηκε ένοχος τον Μάιο του 2024 για 34 κακουργηματικές πράξεις παραποίησης επιχειρηματικών αρχείων, με σκοπό να αποκρυβεί πληρωμή 130.000 δολαρίων στην ηθοποιό ταινιών ενηλίκων Στόρμι Ντάνιελς. Η απόφαση εξακολουθεί να προκαλεί την αντίδρασή του, καθώς ακόμη και τον περασμένο Σεπτέμβριο την καταδίκασε δημόσια μέσω των κοινωνικών δικτύων.
Σύμφωνα με το AP, o Αμερικανός πρόεδρος αρνείται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και επιδιώκει την ακύρωση της καταδίκης του τόσο στα πολιτειακά όσο και στα ομοσπονδιακά δικαστήρια. Δεν αναμένεται να παραστεί στη συνεδρίαση της Πέμπτης.
Παρότι η έφεση αφορά σύνθετα νομικά ζητήματα, η πολιτική αντιπαράθεση είναι εμφανής. Ήδη από την πρώτη παράγραφο ενός από τα υπομνήματα της υπεράσπισης, οι δικηγόροι του Τραμπ υποστηρίζουν ότι η υπόθεση προέκυψε εξαιτίας «τεράστιας πολιτικής πίεσης» που ασκήθηκε σε Δημοκρατικό εισαγγελέα για να στραφεί εναντίον του. Πρόκειται για επιχειρηματολογία ανάλογη με εκείνη που επαναλαμβάνει ο ίδιος ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος δημόσια.
Η επίκληση της προεδρικής ασυλίας
Στα δικαστικά τους υπομνήματα, οι συνήγοροι χαρακτηρίζουν τη νομική επιχειρηματολογία της εισαγγελίας «χάρτινο πύργο», υποστηρίζοντας ότι στηρίζεται σε έναν ασταθή συνδυασμό φερόμενων παραβιάσεων πολιτειακών και ομοσπονδιακών νόμων. Κάνουν επίσης λόγο για «σαφώς ανεπαρκή» αποδεικτικά στοιχεία και προβληματικές οδηγίες προς τους ενόρκους.
Ένα από τα βασικά ζητήματα της έφεσης είναι κατά πόσο οι ένορκοι έπρεπε να έχουν ακούσει μαρτυρίες σχετικά με φερόμενες συνομιλίες στον Λευκό Οίκο, τον τρόπο λειτουργίας του προεδρικού επιτελείου, ακόμη και αναρτήσεις του Τραμπ στα κοινωνικά δίκτυα κατά την πρώτη θητεία του.
Η υπεράσπιση επικαλείται την προεδρική ασυλία για επίσημες πράξεις, υποστηρίζοντας ότι στις ενέργειες που καλύπτονται από αυτήν περιλαμβάνεται και η αντίδραση του Τραμπ στην υπόθεση Ντάνιελς, όταν αυτή δημοσιοποιήθηκε το 2018.
«Όταν ένας πρόεδρος απευθύνεται στο έθνος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι σε κατηγορίες για προσωπική ανάρμοστη συμπεριφορά (όπως κάνουν όλοι οι πρόεδροι), ή συζητά τέτοιες επικοινωνίες με τους συνεργάτες του, ασκεί τα συνταγματικά του καθήκοντα και προστατεύεται από ασυλία», έγραψε ο δικηγόρος Ρόμπερτ Τζιούφρα Τζούνιορ σε υπόμνημα που κατέθεσε τον Οκτώβριο.
Η εισαγγελία του Μανχάταν, υπό τον Άλβιν Μπραγκ, απορρίπτει τα επιχειρήματα της υπεράσπισης. Υποστηρίζει ότι τόσο η νομική βάση της κατηγορίας όσο και οι οδηγίες προς τους ενόρκους ήταν νόμιμες, ενώ τα αποδεικτικά στοιχεία που σχετίζονταν με τον Λευκό Οίκο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη δίκη.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ορισμένα από αυτά αποτελούσαν ήδη δημόσια στοιχεία, άλλα περιέγραφαν γενικά τις διαδικασίες λειτουργίας του προεδρικού γραφείου, ενώ οι επίμαχες συνομιλίες αφορούσαν «ανεπίσημη συμπεριφορά».
«Οι συζητήσεις ενός προέδρου για ένα αμιγώς ιδιωτικό ζήτημα, ακόμη και με σύμβουλο του Λευκού Οίκου, δεν συνιστούν “επίσημες πράξεις για τις οποίες ο πρόεδρος απολαύει ασυλίας”», ανέφερε σε υπόμνημά του τον Ιούλιο ο Στίβεν Γου, επικεφαλής του τμήματος εφέσεων της εισαγγελίας Μπραγκ.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι, ανεξάρτητα από τα επίμαχα στοιχεία, υπήρχε «ένα βουνό» άλλων αποδεικτικών στοιχείων εις βάρος του Τραμπ.
Η πληρωμή των 130.000 δολαρίων και η καταδίκη
Η απόφαση του Μαΐου 2024 κατέστησε τον Τραμπ τον πρώτο πρώην πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που καταδικάστηκε για ποινικό αδίκημα, ενώ πλέον είναι και ο πρώτος εν ενεργεία πρόεδρος με τέτοια καταδίκη. Παρά την ιστορική σημασία της, η απόφαση δεν εμπόδισε την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ούτε του επιβλήθηκε κάποια ποινή.
Η υπόθεση αφορά τα 130.000 δολάρια που έλαβε η Στόρμι Ντάνιελς από τον τότε δικηγόρο και στενό συνεργάτη του Τραμπ, Μάικλ Κόεν, λίγες εβδομάδες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2016.
Η πληρωμή εξασφάλισε προσωρινά τη σιωπή της σχετικά με μια φερόμενη σεξουαλική επαφή που είχε με τον Τραμπ, ο οποίος ήταν παντρεμένος, περίπου μία δεκαετία νωρίτερα. Ο Αμερικανός πρόεδρος αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή μεταξύ τους.
Το 2017, η εταιρεία του Τραμπ αποζημίωσε τον Κόεν για τα χρήματα που είχε καταβάλει, καταχωρίζοντας τις σχετικές πληρωμές ως νομικά έξοδα.
Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι όλες οι συναλλαγές αποσκοπούσαν στο να αποκρυβούν από τους ψηφοφόρους πληροφορίες που θα μπορούσαν να βλάψουν πολιτικά τον Τραμπ. Κατά την εισαγγελία, ο ίδιος «οργάνωσε μια συνωμοσία» που παραβίαζε, μεταξύ άλλων, την ομοσπονδιακή νομοθεσία για τη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών.
Από την πλευρά τους, οι δικηγόροι του Τραμπ υποστηρίζουν ότι υπάρχουν μόνο «αδύναμα» στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι γνώριζε τις ενέργειες του Κόεν εκείνη την περίοδο.
Οι συνήγοροί του στη δίκη είχαν επίσης υποστηρίξει ότι οι πληρωμές προς τον Κόεν αποτελούσαν πράγματι νομικά έξοδα και ότι τα χρήματα που καταβλήθηκαν για λογαριασμό του Τραμπ δεν συνιστούσαν αδήλωτη προεκλογική δαπάνη, αλλά προσπάθεια να αποφευχθεί η έκθεση της οικογένειάς του σε μια δυσάρεστη κατάσταση.
Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για τη νομική αξιολόγηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νέας Υόρκης, η παραποίηση επιχειρηματικών αρχείων δεν αποτελεί κακούργημα, εκτός εάν πραγματοποιείται με πρόθεση διάπραξης ή απόκρυψης άλλου εγκλήματος.
Νέα ακροαματική διαδικασία στις 16 Νοεμβρίου
Παράλληλα με την έφεσή του στην πολιτειακή Δικαιοσύνη, ο Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει την υπόθεση σε ομοσπονδιακό δικαστήριο και να επιτύχει την απόρριψή της επικαλούμενος την προεδρική ασυλία.
Τον περασμένο Αύγουστο, ομοσπονδιακός δικαστής απέρριψε το σχετικό αίτημα για τρίτη φορά.
Οι δικηγόροι του προέδρου έχουν ασκήσει έφεση και κατά αυτής της απόφασης, με την ακροαματική διαδικασία να έχει προγραμματιστεί για τις 16 Νοεμβρίου.
Πηγή: skai.gr





