ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Ο Άντι Μπέρναμ είναι αναμφισβήτητα το φαβορί για την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου, μετά την ανακοίνωση της παραίτησης του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ τη Δευτέρα, που σηματοδότησε την εντυπωσιακή πτώση του από την εξουσία μόλις δύο χρόνια αφότου είχε οδηγήσει τους Εργατικούς σε μια σαρωτική νίκη εν μέσω ενός κύματος απαίτησης των ψηφοφόρων για αλλαγή.
Ωστόσο, δημοσκόπηση του Politico διαπιστώνει ότι πολλοί ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θέλουν να «στεφθεί» ο Μπέρναμ ηγέτης αβρόχοις ποσί, παρότι πολλοί συμφωνούν με την προοπτική να γίνει τελικά πρωθυπουργός.
Μόλις 1 στους 5 ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ότι ο Μπέρναμ ότι δεν θα έπρεπε να χριστεί αμέσως ηγέτης των Εργατικών -και, συνεπώς, πρωθυπουργός της Βρετανίας- αν κέρδιζε τις αναπληρωματικές εκλογές της περασμένης εβδομάδας στο Μέικερφιλντ για να αποκτήσει έδρα στο Κοινοβούλιο, όπως και έγινε.
Αντίθετα, η πλειοψηφία των ενηλίκων (54%) δήλωσε ότι θα πρέπει να υπάρξει διαδικασία εκλογής ηγεσίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα περάσουν πολλοί μήνες χωρίς να είναι γνωστό ποιος θα αναλάβει πρωθυπουργός.
Η άποψη αυτή είναι αρκετά σταθερή ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης, με το 57% των ψηφοφόρων των Εργατικών να στηρίζει την ιδέα μιας διαδικασίας εκλογής ηγεσίας αντί της άμεσης ανάδειξης του Μπέρναμ.
Η δημοσκόπηση διενεργήθηκε από τη λονδρέζικη Public First λίγο πριν από τις αναπληρωματικές εκλογές στο Μέικερφιλντ. Τα ευρήματά της δείχνουν ότι, ενώ οι ψηφοφόροι στο Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμούσαν την αλλαγή ηγεσίας -όντες δυσαρεστημένοι με τους χειρισμούς του Στάρμερ σε κρίσιμα ζητήματα όπως η οικονομία και η μετανάστευση- ήταν λιγότερο πρόθυμοι να δεχθούν μια σύντομη διαδικασία «στέψης» νέου πρωθυπουργού χωρίς να διεξαχθεί διαδικασία εκλογής ηγεσίας.
Κι αυτό παρότι ο Μπέρναμ θεωρείται σαφώς καταλληλότερος του Στάρμερ και αντιπάλων, όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ του δεξιού Reform UK και ο Ζακ Πολάνσκι του προοδευτικού Κόμματος των Πρασίνων στις αναμετρήσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Στην ερώτηση ποιον θεωρούν καταλληλότερο πρωθυπουργό, το 61% απάντησε ο Μπέρναμ, ενώ μόλις το 39% απάντησε ο Στάρμερ.
Οι υποψηφιότητες για την ηγεσία των Εργατικών ανοίγουν στις 9 Ιουλίου – και αν ο Μπέρναμ είναι ο μοναδικός υποψήφιος, θα μπορούσε να οριστεί πρωθυπουργός έως τις 17 Ιουλίου.
Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν τις πολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Μπέρναμ, με τους αντιπάλους του από το Reform UK να του επιτίθενται ήδη ότι στερείται δημοκρατικής εντολής καθώς οδεύει ανενόχλητος προς τον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ.
Ο Μπέρναμ θα μπορούσε να εξασφαλίσει αυτή την εντολή προκηρύσσοντας γενικές εκλογές -ήτοι θέτοντας σε ψηφοφορία και τις 650 έδρες της Βουλής των Κοινοτήτων- και, εφόσον οι Εργατικοί κερδίσουν τον έλεγχο του Κοινοβουλίου, να εδραιώσει την πρωθυπουργία του μέσω της παραδοσιακής διαδικασίας.
Ωστόσο, γενικές εκλογές είναι απίθανο να διεξαχθούν πριν από το 2029, ενώ η διεξαγωγή τους τώρα θα μπορούσε να οδηγήσει τους Εργατικούς στην απώλεια δεκάδων εδρών, ακόμη κι αν το κόμμα εξασφαλίσει και πάλι τον έλεγχο του κοινοβουλίου. Πρόσφατη έρευνα της Public First αποκαλύπτει ότι, ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο -με τον Μπέρναμ στην ηγεσία των Εργατικών και με συνυπολογισμό της τακτικής ψήφου- οι Εργατικοί υπό τον Μπέρναμ θα εξακολουθούσαν να χρειάζονται περισσότερες από 80 έδρες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό θα άφηνε τους Εργατικούς να εξαρτώνται από τη στήριξη άλλων κομμάτων για να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση.
Η δημοσκόπηση, που διενεργήθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα, υπέδειξε ότι, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η καλύτερη ευκαιρία των Εργατικών είναι να αντικαταστήσουν τον Στάρμερ με τον Μπέρναμ – και στη συνέχεια να ελπίζουν ότι η τύχη τους θα βελτιωθεί πριν από τις επόμενες γενικές εκλογές, οι οποίες αναμένονται το 2029.
Και οι δύο επιλογές ενέχουν σημαντικό πολιτικό ρίσκο για τον Μπέρναμ.
«Αν ο Μπέρναμ κατηγορηθεί ότι δεν έχει εντολή για τα επόμενα τρία χρόνια, θα είναι δύσκολο να προχωρήσει σε αλλαγές και να διατηρήσει τη δημοτικότητά του», σημειώνει ο Σεμπ Ράιντ, επικεφαλής δημοσκοπήσεων της Public First. «Όσο περισσότερο θα εφαρμόζει πολιτικές χωρίς να προκηρύσσει εκλογές, τόσο περισσότερο ενδεχομένως θα κατηγορείται ότι φοβάται να αναμετρηθεί με τη βρετανική κοινή γνώμη», προσθέτει.
Από τη δημοσκόπηση του Politico προκύπτει σαφώς ότι οι ψηφοφόροι στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι διχασμένοι ως προς την τρέχουσα διαδικασία μέσω της οποίας ο Μπέρναμ αναλαμβάνει το κορυφαίο πολιτικό αξίωμα της χώρας.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Μπέρναμ κέρδισε τις αναπληρωματικές εκλογές στο Μέικερφιλντ της Αγγλίας, επιστρέφοντας στο Γουέστμινστερ και αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να είναι υποψήφιος σε μια εσωκομματική διαδικασία εκλογής ηγεσίας. Με τον Στάρμερ να αποχωρεί και το Εργατικό Κόμμα να παραμένει στην εξουσία χάρη στις νίκες του το 2024, όποιος κερδίσει αυτή τη διαδικασία θα αναδειχθεί πρωθυπουργός.
Ο πρώην υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, ο οποίος θα ήταν ο βασικός αντίπαλος του Μπέρναμ, ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετάσχει στην κούρσα, στηρίζοντας αντ’ αυτού τον Μπέρναμ. Αυτό ουσιαστικά ανοίγει τον δρόμο στον μέχρι πρότινος δήμαρχο του Μείζονος Μάντσεστερ να γίνει πρωθυπουργός, αν και μένει να φανεί αν κάποιος άλλος βουλευτής των Εργατικών θα αμφισβητήσει τη «στέψη» του.
Όταν ρωτήθηκαν στη δημοσκόπηση του Politico για το κατά πόσο οι αναπληρωματικές εκλογές στο Μέικερφιλντ θα πρέπει να αποτελέσουν τη διαδικασία επιλογής πρωθυπουργού, οι ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίστηκαν διχασμένοι: το 41% δήλωσε ότι ο επόμενος πρωθυπουργός δεν θα πρέπει να αναδειχθεί με αυτή τη διαδικασία -ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι ο Στάρμερ θα παραμείνει στην εξουσία- ενώ το 38% συμφώνησε με τη δήλωση ότι «αυτό είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί ώστε ο Κιρ Στάρμερ να μη βρίσκεται πλέον στη θέση του πρωθυπουργού».
Οι Βρετανοί εμφανίζονται επίσης διχασμένοι ως προς το δίκαιο της διαδικασίας, με το 41% να συμφωνεί ότι «δεν είναι δίκαιο η απόφαση για το ποιος γίνεται πρωθυπουργός να εξαρτάται τόσο πολύ από τα αποτελέσματα μίας εκλογικής περιφέρειας» και ένα ίσο ποσοστό 41% να λέει ότι «έτσι λειτουργεί απλώς η πολιτική· οι εναλλακτικοί τρόποι αλλαγής πρωθυπουργού δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο δίκαιοι».
Η έρευνα υποδηλώνει ότι, παρότι οι ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο ανυπομονούν να γυρίσουν σελίδα και να απαλλαγούν από τον Στάρμερ -η δημοσκόπηση του Ιουνίου διαπίστωσε ότι το 64% των ενηλίκων στο Ηνωμένο Βασίλειο λέει πως δεν εμπιστεύεται τον Στάρμερ και, σε ξεχωριστή ερώτηση, το 62% λέει ότι δεν είναι άνθρωπος που τηρεί τις υποσχέσεις του- πολλοί εξακολουθούν να αισθάνονται άβολα με μια αδιαμφισβήτητη μεταβίβαση εξουσίας.
Οι ερωτηθέντες εξέφρασαν σειρά λόγων για τους οποίους θέλουν ο Μπέρναμ να αναδειχθεί αρχηγός του Εργατικού Κόμματος μέσω μιας πλήρους διαδικασίας. Οι δημοφιλέστεροι λόγοι, επιλεγμένοι από λίστα, ήταν ότι πρόκειται για «την πιο δίκαιη διαδικασία» (35%), ότι «επιτρέπει μια ουσιαστική συζήτηση» για την κατεύθυνση του κόμματος (31%) και ότι επιτρέπει και σε άλλους υποψηφίους να διεκδικήσουν την ηγεσία (30%).
Περίπου 1 στους 4 ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ότι ένα πλεονέκτημα της διαδικασίας εκλογής ηγεσίας είναι ότι τα μέλη των Εργατικών έχουν λόγο στην επιλογή (28%) και ότι «δείχνει τι πρεσβεύει ο Άντι Μπέρναμ» (25%).
Όσο για τα πλεονεκτήματα του να γίνει ο Μπέρναμ ηγέτης άμεσα -αντί μέσω μιας πλήρους, ανταγωνιστικής διαδικασίας εκλογής- οι βασικοί λόγοι που ανέφεραν οι ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ότι «αποφεύγεται μια μακρά, αποπροσανατολιστική κούρσα ηγεσίας» (27%) και ότι επιτρέπει στην κυβέρνηση να «συνεχίσει να κάνει τη δουλειά της» (25%).
Οι ψηφοφόροι των Εργατικών συμφώνησαν με αυτούς τους λόγους, αν και δήλωσαν επίσης ότι βασικά πλεονεκτήματα μιας «στέψης» είναι η αποφυγή δημόσιων εσωκομματικών συγκρούσεων στους Εργατικούς (30%) και το ότι «κάνει τους Εργατικούς να φαίνονται αποφασιστικοί» (30%).
Ο Μπέρναμ, από την πλευρά του, έχει πει ότι είναι πολύ νωρίς για να καθοριστεί αν θα προκηρύξει γενικές εκλογές. «Υπερπιδάτε πολλά εμπόδια σε αυτήν την περίπτωση», είπε σε δημοσιογράφο του BBC σε πρόσφατη συνέντευξη.
«Ο Μπέρναμ πρέπει να σταθμίσει δύο εκδοχές του μέλλοντος. Στη μία, όπως και οι προκάτοχοί του, βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο απόγειο της δημοτικότητάς του και θα πρέπει να προκηρύξει εκλογές τώρα για να την κατοχυρώσει», δήλωσε ο Ράιντ. «Στην άλλη, η προκήρυξη εκλογών τη στιγμή που το Reform προηγείται είναι μια απόφαση απώλειας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, την οποία θα μπορούσε αντίθετα να αξιοποιήσει για να βελτιώσει τις εκλογικές πιθανότητες των Εργατικών ενόψει του 2029».
Πηγή: skai.gr






