: Από την κυπριακή έως και τη Λιβύη και από το Ριάντ έως και την Ουάσινγκτον, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βλέπει «εχθρούς»

Το σκηνικό διαγράφεται δυσοίωνο για την Τουρκία στη Μέση Ανατολή, με τις τελευταίες εξελίξεις να περιορίζουν την όποια διαπραγματευτική ισχύ της Άγκυρας σε μια σειρά από μέτωπα και τα περιθώρια των τουρκικών ελιγμών να στενεύουν. Είναι άλλωστε η ίδια η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ που έχει φροντίσει τα περασμένα χρόνια, για τους δικούς της καιροσκοπικούς λόγους, να συγκρουστεί με κυριολεκτικά όλους τους γείτονες εκβιάζοντας ανταλλάγματα είτε άμεσα από τους ιδίους, είτε από άλλα τρίτα μέρη μέσω των γειτόνων (από την ΕΕ για παράδειγμα μέσω Συρίας, από τις ΗΠΑ μέσω Ριάντ κ.ά.). Συνοψίζοντας, εν έτει 2019 βλέπει κανείς την τουρκική ηγεσία να βρίσκεται στα «μαχαίρια» με:

τη Σαουδική Αραβία (εξαιτίας της υπόθεσης Κασόγκι αλλά και έπειτα από την προ ημερών κίνηση του Σαουδάβαρα ΥΠΕΞ να στηρίξει ανοιχτά την Κύπρο απέναντι στις παράνομες και επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ)
την Αίγυπτο (λόγω Μουσουλμανικής Αδελφότητας)
το Ισραήλ (λόγω Παλαιστινιακού/Ιεροσολύμων)
το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία (το οποίο η Άγκυρα αντιμετωπίζει ως «εχθρικό» και θέλει να ανατρέψει)
τους Κούρδους σε νοτιοανατολική Τουρκία, Συρία και Ιράκ (τους οποίους το καθεστώς Ερντογάν αντιμετωπίζει ως «τρομοκράτες» και πολεμά)
τον Λίβανο (με αφορμή πρόσφατες δηλώσεις του Λιβανέζου προέδρου, Μισέλ Αούν, που «τόλμησε» να επικρίνει το οθωμανικό παρελθόν ως παρελθόν «οθωμανικής κατοχής» και «τρομοκρατίας»)
την Κυπριακή Δημοκρατία (τα κυριαρχικά δικαιώματα της οποίας η κατοχική δύναμη Τουρκία επιμένει να παραβιάζει)
την Ελλάδα (casus belli, παραβιάσεις, γκρίζες διεκδικήσεις)
τις ΗΠΑ (S-400 ή F-35, έκδοση Γκιουλέν)
την Αρμενία (Γενοκτονία των Αρμενίων, Ναγκόρνο Καραμπάχ)
και τις στρατιωτικές δυνάμεις του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ στην ανατολική Λιβύη (ενός στρατάρχη με διπλή υπηκοότητα, λιβυκή αλλά και αμερικανική, οι δυνάμεις του οποίου απολαμβάνουν ωστόσο την άμεση ή έμμεση στήριξη των ΗΠΑ, της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου, της Γαλλίας, των Εμιράτων και… της Ρωσίας)
Αλλά και με όσους δεν βρίσκεται στα «μαχαίρια», η Άγκυρα εξακολουθεί να έχει… θέματα. Με τη Ρωσία, για παράδειγμα, οι Τούρκοι συγκρούονται για την Ουκρανία και τους Τατάρους της Κριμαίας. Με την Κίνα για το θέμα των Ουιγούρων. Και με το Ιράν για το μέλλον στην εξουσία του αλαουίτη (και ως εκ τούτου προσκείμενου στο σιιτικό τόξο) Μπασάρ αλ Άσαντ που έχει μεν την πλήρη στήριξη της σιιτικής Τεχεράνης αλλά αντιμετωπίζεται ως εχθρός από την Τουρκία του σουνίτη Ερντογάν.

Μέσα σε ένα τέτοιο ακανθώδες πλαίσιο, τα δεδομένα δείχνουν πλέον να επιδεινώνονται έτι περαιτέρω για την Τουρκία. Οι λόγοι πολλοί και ποικίλοι:

Το πετρέλαιο η τιμή του οποίου ανεβαίνει κοστίζοντας πολύ ακριβά στην Τουρκία η οποία βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στις εισαγωγές για να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες
Η γαλλική TOTAL που ενισχύει την παρουσία της στην κυπριακή ΑΟΖ μέσα από νέες συμφωνίες
Οι εκλογές στο Ισραήλ που δείχνουν, παρά τις απώλειες για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, να παγιώνουν ένα κλίμα αντιτουρκικής ρητορικής στην κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας
Οι επιθέσεις κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο που ωθούν τη Σαουδική Αραβία πιο κοντά στις ΗΠΑ
Και η αμείωτη ένταση με την οποία συνεχίζουν να πολεμούν οι δυνάμεις του Χαλίφα Χάφταρ στα πεδία των μαχών της Λιβύης, μιας Λιβύης χωρίς την πλήρη στήριξη όμως της οποίας καταρρέει αυτομάτως και το όποιο αφήγημα περί τουρκικής «Γαλάζιας Πατρίδας» στη Μεσόγειο
Το πετρέλαιο ως… τουρκική πληγή
Οι τιμές του μαύρου χρυσού ανεβαίνουν στη σκιά όσων επεισοδιακών έχουν λάβει χώρα τους τελευταίους μήνες στα Στενά του Ορμούζ, με τις επιθέσεις κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, τις δολιοφθορές κατά πετρελαιοφόρων και τις διαδοχικές «κατασχέσεις» δεξαμενόπλοιων. Η ανοδική πορεία των τιμών είναι λογικό να προκαλεί πονοκέφαλο στην Άγκυρα, καθώς η τελευταία βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου (σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%) στις εισαγωγές για να καλύπτει τις ενεργειακές της ανάγκες. Η Τουρκία εισήγαγε 21 εκατομμύρια τόνους πετρελαίου το 2018, με σχεδόν τα 2 εκατομμύρια (1,8 εκατ.) εξ αυτών να προέρχονται από τη Σαουδική Αραβία. Το 2019 ξεκίνησε, μάλιστα, με τις τουρκικές εισαγωγές αργού να ακολουθούν ανοδική πορεία, αυξανόμενες διαδοχικά κατά: 48,1% τον Ιανουάριο, 78,3% τον Φεβρουάριο, 87,2% τον Μάρτιο, και 60,1% τον Απρίλιο, όλα τα παραπάνω σε ετήσια βάση (year on year).

Εάν συνδυαστεί και με την πτώση στην ισοτιμία της τουρκικής λίρας (που έχει υποχωρήσει φέτος κατά περίπου 8% έναντι του δολαρίου, κι αυτό έπειτα από μια υποχώρηση της τάξης σχεδόν του 30% μέσα το 2018), η άνοδος στην τιμή του πετρελαίου απειλεί να συμπαρασύρει τον τουρκικό πληθωρισμό περιορίζοντας παράλληλα σημαντικά τα όποια περιθώρια ανάπτυξης για την τουρκική οικονομία, μια οικονομία που μετράει ήδη τρία συναπτά τρίμηνα συρρίκνωσης (σε ετήσια βάση) έχοντας πια εισέλθει επί της ουσίας σε τροχιά ύφεσης.

«Εχθρός» πλέον η Σαουδική Αραβία
Αρνητικά, όμως, για την Τουρκία του Ερντογάν είναι και τα μηνύματα που έρχονται το τελευταίο διάστημα από τη σουνιτική Σαουδική Αραβία. Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα, οι Αρχές του σουνιτικού βασιλείου έχουν μπλοκάρει επανειλημμένως το τελευταίο διάστημα στο λιμάνι Ντούμπα στην Ερυθρά Θάλασσα δεκάδες φορτηγά με εισαγωγές από την Τουρκία, τα οποία έχουν κρατήσει μάλιστα ακινητοποιημένα εκεί για πολλές ημέρες σαν… καψώνι.

Σκληρός απέναντι στην Άγκυρα έμελλε να εμφανιστεί, όμως, και ο Σαουδάραβας ΥΠΕΞ, Ιμπραχίμ Μπιν Αμπντουλαζίζ αλ Ασαφ, κατά την πρόσφατη επίσημη επίσκεψή του στη Λευκωσία, την πρώτη που πραγματοποιεί Σαουδάραβας ΥΠΕΞ στην κυπριακή πρωτεύουσα. «Υποστηρίζουμε τη νομιμότητα και την κυριαρχία της Κύπρου. Υποστηρίζουμε επίσης τις διεθνείς αποφάσεις, ειδικότερα των Ηνωμένων Εθνών… Θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε την Κύπρο», δήλωσε μεταξύ άλλων ο Μπιν Αμπντουλαζίζ αλ Ασαφ από τη Λευκωσία, προκαλώντας όμως την οργισμένη αντίδραση κορυφαίων στελεχών της τουρκικής κυβέρνησης.

Το καθεστώς Ερντογάν εμφανίζεται να προσπαθεί να πείσει την Ουάσιγκτον ότι ο πρίγκιπας-διάδοχος υπουργός Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, αποτελεί «πρόβλημα» και ότι, ως εκ τούτου, θα ήταν «ωφέλιμο» εάν εκείνος «απομακρυνόταν». Η κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμμερίζεται τις τουρκικές ανησυχίες απέναντι στον Σαουδάραβα πρίγκιπα ο οποίος μάλιστα φέρεται να διατηρεί ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας και με τον Εβραίο γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ.

Υπό το φως των τελευταίων επιθέσεων της 14ης Σεπτεμβρίου κατά των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της κρατικής σαουδαραβικής Aramco, Ριάντ και Ουάσιγκτον εμφανίζονται να έρχονται πιο κοντά, ή τουλάχιστον περισσότερο κοντά από όσο θα επιθυμούσε το καθεστώς Ερντογάν. Η Σαουδική Αραβία έχει, άλλωστε, ήδη ανακοινώσει ότι πρόκειται να συμμετάσχει στην υπό τις ΗΠΑ θαλάσσια δύναμη με αποστολή την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο.

Ριάντ και Άγκυρα βρίσκονται στα μαχαίρια ήδη από την Αραβική Άνοιξη και το 2011, ενώ οι σχέσεις τους επιδεινώθηκαν σημαντικά το 2017, όταν οι Σαουδάραβες επέβαλαν εμπάργκο στο Κατάρ στο πλευρό του οποίου έσπευσε όμως τότε να πάρει θέση η Τουρκία.

Νετανιάχου και Γκαντζ εναντίον Ερντογάν
Αλλά και από το μέτωπο του Ισραήλ, οι τελευταίες εξελίξεις θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως αρνητικές για την Τουρκία. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, που βρίσκεται στα «μαχαίρια» με τον Ερντογάν, βγαίνει αποδυναμωμένος από τις κάλπες της 17ης Σεπτεμβρίου. Ενισχυμένος βγαίνει, αντιθέτως, ο Μπένι Γκαντζ, ένας πολιτικός που δεν φημίζεται όμως, ούτε εκείνος, για τα φιλοτουρκικά του αισθήματα. Αντιθέτως μάλιστα, στην προσπάθειά να αποδομήσει τον πολιτικό του αντίπαλο προεκλογικά, ο Μπένι Γκαντζ κατηγορούσε τον Νετανιάχου ότι θέλει να κάνει το Ισραήλ… Τουρκία ως άλλος… Ερντογάν.

Ανησυχία θα έπρεπε, όμως, να προκαλεί στην Άγκυρα και μια σειρά από άλλες εξελίξεις, από την κυπριακή ΑΟΖ έως τη Λιβύη:

Βάσει των συμφωνιών που υπεγράφησαν επισήμως στη Λευκωσία την περασμένη Τετάρτη, ο γαλλικός κολοσσός της TOTAL ενισχύει πλέον σημαντικά την παρουσία του στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, «μπαίνοντας» στα Οικόπεδα 2, 3, 7, 8 και 9, μαζί με την ιταλική ENI. Η ενισχυμένη γαλλική παρουσία διασφαλίζει τη συνέχεια του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Λειτουργεί όμως παράλληλα και ως ασπίδα ενάντια στην τουρκική επιθετικότητα, ειδικά σε Οικόπεδα όπως είναι το 7 (μέρος του οποίο οι Τούρκοι διεκδικούν ως επικαλύπτον την «τουρκική υφαλοκρηπίδα» στην Ανατολική Μεσόγειο) και τα 2, 3, 8 και 9 τα οποία διεκδικούν ως «τουρκοκυπριακά». Η εκτίμηση που υπάρχει, άλλωστε, είναι ότι οι Γάλλοι δεν πρόκειται να κάνουν πίσω εάν προκληθούν από τουρκικές δυνάμεις, όπως είχαν κάνει οι Ιταλοί (ENI) τον Φεβρουάριο του 2018 στο Οικόπεδο 3, ένα Οικόπεδο στο οποίο όμως πλέον έχει αποκτήσει δικαιώματα και η TOTAL.

ethnos.gr