«Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη». Αυτός είναι ο τίτλος του διήμερου συνεδρίου που διοργανώνει η εφημερίδα «Το Βήμα», με επίκεντρο την ιστορία, το παρόν και τις προοπτικές της ελληνικής πρωτεύουσας. Στο πλαίσιο του συνεδρίου, ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον είχε η ηχηρή και αιχμηρή παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά
Και αυτό γιατί, ξεκινώντας από την Αθήνα και τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη μεγαλούπολη, άνοιξε σταδιακά τη συζήτηση πολύ περισσότερο: για την πορεία της χώρας, την κρίση της πολιτικής, τη δημοκρατία, τον «εθνικό εφησυχασμό», αλλά και για τον δικό του ρόλο στην επόμενη ημέρα. Παράλληλα, άνοιξε το προσωπικό του πολιτικό αρχείο, αποκαλύπτοντας άγνωστα ή λιγότερο γνωστά περιστατικά από τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, τις συνομιλίες του με την Άνγκελα Μέρκελ και τις δραματικές ώρες πριν από την συμπλήρωση των 72 προαπαιτούμενων, ενώ γύρισε ακόμη πιο πίσω, στα πρώτα χρόνια της κοινοβουλευτικής του διαδρομής και σε μια προσωπική στιγμή με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Το μήνυμα για τα επόμενα βήματά του
Το σημείο με το μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον ήρθε όταν ο πρώην πρωθυπουργός πέρασε από τη γενική κριτική στην αναφορά για τη δική του πολιτική παρουσία. Αφού αναγνώρισε ότι στη μακρά πολιτική του διαδρομή δεν τα έκανε «όλα σωστά», έσπευσε να συμπληρώσει ότι προσπάθησε πάντα με «πυξίδα» τις ιδέες και τις απόψεις του. Αμέσως μετά διατύπωσε τη φράση που δείχνει το δρόμο πλέον ξεκάθαρα: «Επειδή διακρίνω τα σημάδια παρακμής που μόλις σας περιέγραψα, είναι υποχρέωσή μου να συνεισφέρω στην πατρίδα, γιατί για μένα πολιτική δεν είναι επάγγελμα, είναι καθήκον». Συνέχισε, μάλιστα, λέγοντας ότι είναι «θέμα συνείδησης», μιας συνείδησης που «δεν υποτάσσεται σε καμία πολιτική σκοπιμότητα», για να προσθέσει: «Προτιμώ σταθερά το κόστος της συνείδησης από το όφελος του όποιου χειροκροτήματος». Ο Αντώνης Σαμαράς έτσι συνέδεσε ευθέως την προσωπική του παρουσία με όσα διακυβεύονται σήμερα για τη χώρα.
Τα «καμπανάκια» και η βαριά προειδοποίηση
Νωρίτερα, ο πρώην πρωθυπουργός είχε περιγράψει με ιδιαίτερα σκοτεινά χρώματα την κατάσταση στην Ελλάδα, κάνοντας λόγο για «πραγματικά σημάδια παρακμής», αποδίδοντας μέρος της ευθύνης στην πολιτική ηγεσία. Έθεσε στο επίκεντρο την Παιδεία, την υποχώρηση της γνώσης και της μόρφωσης, την απουσία, όπως είπε, ηθικών και ανιδιοτελών προτύπων, την επικράτηση μιας υλιστικής και ατομιστικής αντίληψης για τη ζωή, αλλά και την υπονόμευση της εθνικής συνείδησης. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου, μιλώντας για την εγκατάλειψη των χωριών και την απουσία του κράτους. Η προειδοποίησή του, ωστόσο, έγινε ακόμη πιο σαφής όταν συνέδεσε τη σημερινή κατάσταση με την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Υποστήριξε ότι, εάν συνεχιστεί αυτή η «διαχειριστική αντίληψη», υπάρχει κίνδυνος να αμφισβητηθεί όχι μόνο η εκάστοτε ηγεσία αλλά «η πολιτική, ενδεχομένως, συνολικά». «Κρούω, εδώ, τον κώδωνα του κινδύνου για τη δημοκρατία και για το μέλλον της», ανέφερε, επικαλούμενος ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρωτοφανή αποχή στις ευρωεκλογές του 2024, αλλά και την πρωτιά του «κανένα» σε δημοσκοπικές έρευνες. Μίλησε για έναν λαό «κουρασμένο», για μια «κοινωνία της κόπωσης», για άγχος, βία, αντικοινωνικότητα και απόγνωση, κάνοντας ειδική αναφορά στο «κενό βλέμμα πολλών νέων παιδιών». Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε να υπάρξει «επιστροφή της πολιτικής, των ιδεών και των οραμάτων», υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαία όχι μόνο για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή αλλά και για την «εθνική επιβίωση». Και εκεί ακριβώς ακούστηκε μία από τις βαρύτερες φράσεις της ομιλίας του. Ο Αντώνης Σαμαράς προειδοποίησε ότι διαφορετικά η Ελλάδα κινδυνεύει όχι μόνο με «παρατεταμένη παρακμή», αλλά και με «επικίνδυνο εθνικό εφησυχασμό». Δεν ανέπτυξε περαιτέρω τι εννοούσε. Επέλεξε όμως να αφήσει μία μόνο λέξη να αιωρείται: «Θράκη».
Η αποκάλυψη για τη Μέρκελ και τη μείωση του χρέους
Το δεύτερο μέρος της παρέμβασής του είχε περισσότερο προσωπικό και παρασκηνιακό χαρακτήρα. Ανατρέχοντας στα χρόνια των Μνημονίων, ο Αντώνης Σαμαράς θυμήθηκε αρχικά την αντίθεσή του στο πρώτο Μνημόνιο και υποστήριξε ότι οι συνεργάτες του είχαν εντοπίσει από την πρώτη στιγμή το λάθος στους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές, με αποτέλεσμα η πραγματική ύφεση που θα προκαλούσε το πρόγραμμα να είναι, όπως είπε, τριπλάσια από εκείνη που υπολογιζόταν. Στη συνέχεια αποκάλυψε μία συνομιλία του με την Άνγκελα Μέρκελ το 2014. Όπως είπε, μετά την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2013, η ελληνική πλευρά περίμενε την ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής δέσμευσης για μείωση του ελληνικού χρέους. Ωστόσο, σύμφωνα με τη διήγησή του, η τότε Γερμανίδα καγκελάριος το αρνήθηκε. Ο λόγος, όπως υποστήριξε ότι του εξήγησε η ίδια, ήταν οι ευρωεκλογές στη Γερμανία και οι δημοσκοπήσεις, καθώς οι Γερμανοί ψηφοφόροι εξακολουθούσαν να θεωρούν τους Έλληνες «τεμπέληδες». Ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρθηκε και σε ένα ακόμη κρίσιμο επεισόδιο: τη συζήτηση του 2012 στο Βερολίνο, όταν, όπως επανέλαβε, η Μέρκελ τού πρότεινε να εξετάσει την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. «Της το ξέκοψα», είπε, υποστηρίζοντας ότι της απάντησε πως η Ελλάδα θα τα καταφέρει.
Η νύχτα των 72 προαπαιτούμενων και ο… «Πούτιν»
Από τις πιο χαρακτηριστικές προσωπικές ιστορίες ήταν εκείνη που αφορούσε την εκπλήρωση των 72 προαπαιτούμενων, σε μια περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, η χώρα κινδύνευε να χάσει δόση 52 δισ. ευρώ και να οδηγηθεί σε χρεοκοπία. Λίγες ώρες πριν εκπνεύσει η προθεσμία, έλειπε μία υπηρεσιακή υπογραφή από αρμόδιο υπουργείο. Ο Σαμαράς αναζήτησε το τηλέφωνο του αρμόδιου δημοσίου υπαλλήλου και τον κάλεσε περίπου στη 1:30 μετά τα μεσάνυχτα. «Καλησπέρα, είμαι ο Αντώνης Σαμαράς», του είπε. Η απάντηση που πήρε ήταν μάλλον απρόσμενη: «Ναι, και εγώ είμαι ο Πούτιν», πριν ο υπάλληλος του κλείσει το τηλέφωνο. Ο τότε πρωθυπουργός τηλεφώνησε ξανά, με τον υπάλληλο να εξακολουθεί να πιστεύει ότι πρόκειται για φάρσα. Τελικά, σύμφωνα με την αφήγηση του Σαμαρά, άνδρες της ασφάλειας πήγαν και έφεραν τον έκπληκτο υπάλληλο στο Μέγαρο Μαξίμου «σχεδόν με τις πιτζάμες του». «Σου είπα, Βλαδίμηρε, ο Αντώνης Σαμαράς είμαι», θυμήθηκε ότι του είπε. Η υπογραφή μπήκε, τα προαπαιτούμενα έκλεισαν και στις έξι το πρωί το αεροπλάνο του τότε υπουργού Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, αναχωρούσε για τις Βρυξέλλες.
Η στιγμή με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή
Ο Αντώνης Σαμαράς έκλεισε τις προσωπικές αναδρομές πηγαίνοντας πίσω στο 1979, και στα πρώτα κοινοβουλευτικά του βήματα. Διηγήθηκε πώς, ως νεαρός βουλευτής και οικονομολόγος, κλήθηκε απροσδόκητα να μιλήσει στη Βουλή για τα έσοδα του προϋπολογισμού, καθώς το αυτοκίνητο του τότε υπουργού Οικονομικών Θανάση Κανελλόπουλου είχε χαλάσει έξω από τη Ραφήνα. Στην αίθουσα βρίσκονταν, μεταξύ άλλων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Μετά την ομιλία του, ο Καραμανλής τον κάλεσε κοντά του και τον συνεχάρη λέγοντάς του ότι τα πήγε «πολύ καλά». Για έναν νέο βουλευτή, όπως παρατήρησε ο ίδιος ο Σαμαράς, αυτά τα λόγια από έναν ηγέτη που «σπάνια εκδηλωνόταν» αποτελούσαν μεγάλη τιμή. Και απέδωσε εκείνη τη στιγμή και στον παράγοντα της τύχης: αν δεν είχε χαλάσει το αυτοκίνητο του υπουργού, ο ίδιος πιθανότατα δεν θα είχε πάρει τότε τον λόγο και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν θα τον είχε ακούσει.
Οι δύο συμβουλές στους νέους
Κλείνοντας, ο πρώην πρωθυπουργός συμπύκνωσε την εμπειρία σχεδόν πέντε δεκαετιών πολιτικής διαδρομής σε δύο συμβουλές προς τους νεότερους. Να μην πιστέψουν ποτέ, όπως είπε, ότι «ο κόσμος θα αλλάξει από εκείνους που απλά φωνάζουν πιο δυνατά». Και, κυρίως, «να μην διαπραγματευτείτε ποτέ την αξιοπρέπειά σας». Μια κατακλείδα που ήρθε να δέσει με το πολιτικό μήνυμα που είχε εκπέμψει λίγη ώρα νωρίτερα: ότι ο ίδιος θεωρεί την πολιτική «καθήκον» και ότι, βλέποντας όσα περιγράφει ως σημάδια παρακμής, εξακολουθεί να θεωρεί «υποχρέωσή» του να συνεισφέρει







