Στα ελληνοτουρκικά, στην επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης και στη στάση των δυτικών συμμάχων απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις αναφέρθηκε ο Κώστας Καραμανλής στην ομιλία που έδωσε το απόγευμα της Κυριακής (25/10) στο Πολεμικό Μουσείο
Την εκδήλωση διοργάνωσε η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και στην πρωτη σειρά των επισήμων βρέθηκαν ο Αντώνης Σαμαράς και ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης.
«Η άποψη ότι υπερβάλλουμε σχετικά με την στάση της Τουρκίας. Ότι παρεξηγούμε κάθε της κίνηση και υπερθεματίζουμε στα δίκαιά μας. Ότι πρέπει να της αναγνωρίσουμε κάποια δικαιώματα. Ότι, έστω και αν μερικώς υπερβάλλει, έχει και θεμιτές απαιτήσεις, που πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα καλής πίστης και συνδιαλλαγής. Ότι δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας, να έχουμε μαξιμαλιστικές θέσεις, ότι μεταξύ γειτόνων πάντα υπάρχει η δυνατότητα ενός αποδεκτού συμβιβασμού. Η προσέγγιση αυτή όμως πάσχει θεμελιωδώς. Ερμηνεύει απολύτως εσφαλμένα την Τουρκική στόχευση. Διότι δεν πρόκειται ούτε περί παρεξήγησης, ούτε περί μιας δευτερεύουσας διαφοράς που με επίδειξη θετικής διάθεσης και αμοιβαίων υποχωρήσεων δύναται να διευθετηθεί. Αν ήταν έτσι, η ελληνοτουρκική διένεξη θα είχε λυθεί προ πολλού. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 και μετά, δοκίμασαν μια τέτοια συνεννόηση μέσω διαλόγου και καλλιέργειας κλίματος ύφεσης. Ματαίως όπως έμπρακτα απεδείχθη. Διότι η Τουρκία, όταν θεσπίζει και επιμένει στο casus belli, δεν αποσκοπεί απλώς στο να αποτρέψει την πλήρη και απόλυτη εφαρμογή της επέκτασης στα 12 μίλια της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης παντού στο Αιγαίο, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να την αποτρέψει ολοσχερώς.
Όταν καταρτίζει το τουρκολυβικό σύμφωνο επιχειρεί να επιβάλλει την αστήρικτη άποψη ότι τα νησιά στερούνται υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Όταν θέτει θέμα γκρίζων ζωνών, θεωρεί ότι πράγματι κάποια ελληνικά νησιά και βραχονησίδες δεν ανήκουν στην Ελλάδα.
Όταν αντιτίθεται στρατιωτικά στην ηλεκτρική διασύνδεση Κάσου – Κύπρου, εν γνώσει της ότι πρόκειται για Ευρωπαϊκό έργο, εννοεί ότι και στα αυτονόητα θέματα στην περιοχή πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο.
Όταν αναγγέλλει θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο και στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο, δεν αντιδρά απλώς στην ανακήρυξη των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων, τα οποία βρίσκονται εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, αλλά σκόπιμα καλύπτει και διεθνή ύδατα, στέλνοντας το ανάλογο μήνυμα. Και επιχειρεί να αποκόψει το σύμπλεγμα της Μεγίστης από τον εθνικό κορμό», δήλωσε ο κ. Καραμανλής
Και συνέχισε: «Όταν θέτει θέμα αποστρατιωτικοποίησης, δεν ενδιαφέρεται για τις πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάνης, την οποία άλλωστε συστηματικά επιχειρεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση, αλλά στοχεύει στην αποδυνάμωση, όχι απλώς της αμυντικής ετοιμότητας των ελληνικών νησιών, αλλά και στην διάβρωση της συνολικής αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδος έναντι της τουρκικής απειλής.
Και πλέον χρησιμοποιεί την αποστρατιωτικοποίηση ως εργαλείο αμφισβήτησης της κυριαρχίας αυτών των νησιών. Και τέλος, όταν αρνείται και περιφρονεί τις παραδοχές και προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου, και εν προκειμένω του Δικαίου της θάλασσας, αποπειράται, στην θέση των κανόνων δικαίου, να επιβάλλει αυθαίρετα το δίκαιο του ισχυρότερου. Γι’ αυτό και οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς. Μετά από αυτό, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Ακόμη και το παραμικρό έργο υποδομής μεταξύ των νησιών μας πια.
Και αναμφίβολα είναι αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα η κύρωση του τουρκολυβικού συμφώνου από το λιβυκό Κοινοβούλιο, διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες.
Σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος την στρατηγική της Τουρκίας. Δεν πρόκειται ούτε για παρεξηγήσεις ούτε για επί μέρους μικροδιαφορές που επιδέχονται καλοπροαίρετης διευθέτησης. Πρόκειται για ολοκληρωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελληνικών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλληλο».
Στη συνέχεια ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις σχέσεις με τους εταίρους και συμμάχους της Ελλάδας. «Δεν είναι άμοιροι ευθυνών σύμμαχοι και εταίροι. Όταν παριστάνουν τον επιτήδειο ουδέτερο και κρατούν ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Όταν συνιστούν συμβιβασμό και μερική έστω αποδοχή των τουρκικών απαιτήσεων». Προς αποφυγή παρεξηγήσεων σημείωσε πως «στην Δυτική Συμμαχία και την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκουμε και ορθώς, γιατί με όλες τους τις αδυναμίες, δυστυχώς κατακόρυφα αυξανόμενες τελευταία, είναι η προτιμότερη, ίσως και η μοναδική, εναλλακτική που έχουμε. Ήρθε όμως η ώρα να τους πούμε ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Ότι οι απαιτήσεις συνοδεύονται από κάποια αντιπαροχή. Ότι δεν μπορείς μονίμως να ζητάς χωρίς να δίνεις τίποτα. Ότι όλα τα μέλη μιας συμμαχίας και μιας ένωσης δικαιούνται τον αυτό σεβασμό, παρόμοια στήριξη, αμοιβαία αλληλεγγύη. Και μάλιστα όταν το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η ικανοποίηση αυθαίρετων αξιώσεων, αλλά η αποδοχή και εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου».
Ο πρώην πρωθυπουργός συνέχισε εκφράζοντας τις ανησυχίες του για τη Δύση που «έχει εισέλθει σε φάση παρατεταμένης και επιδεινούμενης κρίσης» καθώς «οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται, η ρευστότητα και η αστάθεια τείνουν να καταστούν μόνιμη κατάσταση, όπου οι μεγάλοι, παρά την υπεροπλία τους, αδυνατούν να επιβάλλουν την βούλησή τους και μικρότεροι πρωταγωνιστές, ακόμα και μη κρατικές οντότητες, αποθρασύνονται και αποπειρώνται να μεταβάλλουν τα πράγματα προς όφελός τους».
Εστίασε κυρίως στην κοινωνική δυσαρέσκεια και τη συνακόλουθη πολιτική αναστάτωση που όπως είπε εντείνεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. «Η διαρκώς αυξανόμενη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η μεγάλη συρρίκνωση της άλλοτε ακμάζουσας μεσαίας τάξης, οι αυστηρές περικοπές στο κοινωνικό κράτος, λόγω της άκαμπτης δημοσιονομικής αυστηρότητας, η έλλειψη αισιόδοξης προοπτικής για τους πολλούς, τους λιγότερο ευνοημένους και τους νέους, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για το μέλλον της ηπείρου μας. Η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται παραγκωνισμένη, αδικημένη και κυρίως με άδηλο το μέλλον. Αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα, κυνηγημένη από απρόσωπα funds, με αυξανόμενα αδιέξοδα στις ευκαιρίες εργασίας, την στέγαση, τις ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Χωρίς εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη».
Σύμφωνα με τον Κώστα Καραμανλή το ισχύον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο αμφισβητείται και απονομιμοποιείται. «Οι εύκολοι και αβασάνιστοι αφορισμοί από τις ευημερούσες ελίτ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης περί ακροδεξιάς επέλασης, ψεκασμένων και παρασυρμένων από ανέξοδους λαϊκισμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απάντηση, αλλά στην ουσία επιβαρύνει την κατάσταση. Όταν οι σταθεροί ψηφοφόροι των παραδοσιακών κομμάτων στην Γερμανία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκαταλείπουν μαζικά την μόνιμη πολιτική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Το λέω και το επαναλαμβάνω γιατί με ανησυχεί βαθύτατα, για το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Η απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος με ευθύνη της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, πολιτικής και οικονομικής, έρχεται καλπάζοντας και βάζει σε κίνδυνο την ομαλότητα, την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνωρίσαμε. Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων τείνει να γίνει εκκωφαντική».
Και ο κ. Καραμανλής κατέληξε: «Γι αυτό τον δύσκολο κόσμο που ανατέλλει, γι αυτόν τον μολυβένιο ορίζοντα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Ψυχικά κατ΄αρχήν, αλλά και κοινωνικοπολιτικά, πρωτίστως μάλιστα εθνικά. Οι προκλήσεις του μέλλοντος πρέπει να μας βρουν ενωμένους, σοβαρούς και αποφασισμένους. Για την πατρίδα, για τον λαό μας, για τα παιδιά μας»














