Την έντονη αντίδραση της Άγκυρας προκάλεσε η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία, στο πλαίσιο του πακέτου διεύρυνσης της ΕΕ για το 2026, με το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών να κατηγορεί τις Βρυξέλλες για μεροληπτική στάση και να απορρίπτει τις αναφορές στην Ελλάδα, την Κύπρο και το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Στην έκθεσή της, η Κομισιόν καταγράφει, μεταξύ άλλων, τη συνεχιζόμενη παρεμπόδιση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, επισημαίνει ότι παραμένει σε ισχύ το τουρκικό casus belli του 1995 και επαναλαμβάνει τη θέση της ΕΕ ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.
00:13
Frankfurt beat Hamburg, Union Berlin and Koln draw
Σε ανακοίνωσή του, το τουρκικό ΥΠΕΞ χαρακτηρίζει «μαξιμαλιστικές, μη ρεαλιστικές και αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο» τις θέσεις της Ελλάδας και της ελληνοκυπριακής πλευράς, υποστηρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση τις υιοθετεί, παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Τουρκίας.
Άγκυρα: «Χωρίς νομική βάση» οι αναφορές στο τουρκολιβυκό μνημόνιο
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις εκτιμήσεις της Κομισιόν για την Ανατολική Μεσόγειο και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι οι εκτιμήσεις της έκθεσης για την Ανατολική Μεσόγειο έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και την αρχή της δίκαιης αντιμετώπισης.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει «στερούμενες οποιασδήποτε νομικής βάσης» τις παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το μνημόνιο που υπεγράφη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης.
Επίθεση στην ΕΕ για τις θέσεις Ελλάδας και Κύπρου
Η Άγκυρα κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, υπερασπίζεται τις θέσεις της Ελλάδας και της ελληνοκυπριακής πλευράς, αγνοώντας, όπως ισχυρίζεται, τα νόμιμα δικαιώματα, τα συμφέροντα και τις πολιτικές της Τουρκίας και του μη αναγνωρισμένου ψευδοκράτους.
Ειδικά για το Κυπριακό, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να συμβάλει στις προσπάθειες επίλυσης του ζητήματος όσο υιοθετεί άνευ όρων τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς.
Κατηγορίες για «δύο μέτρα και δύο σταθμά»
Στην ανακοίνωση, η Άγκυρα χαρακτηρίζει την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ακόμη μία ένδειξη της «μεροληπτικής και άδικης στάσης» της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία.
Απορρίπτει ως «αβάσιμους» τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο κείμενο, ιδιαίτερα όσους αφορούν τα πολιτικά κριτήρια, τη δικαιοσύνη και τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Μάλιστα, κάνει λόγο για εφαρμογή «δύο μέτρων και δύο σταθμών» από ορισμένους Ευρωπαίους αξιωματούχους, καταλογίζοντάς τους ασυνέπεια και απαξιωμένη νοοτροπία.
Θετική αποτίμηση των οικονομικών αναφορών
Παρά την απόρριψη σημαντικού μέρους της έκθεσης, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών χαιρετίζει τις διαπιστώσεις της Κομισιόν για την πρόοδο της χώρας στην οικονομική και νομισματική πολιτική, τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς και την ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις ανταγωνιστικές πιέσεις εντός της ΕΕ.
Θετικά αξιολογεί επίσης τις αναφορές στον ρόλο της Τουρκίας στη συνδεσιμότητα, την ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού και αξίας, καθώς και στην άμυνα και την ασφάλεια.
Με αφορμή τα οικονομικά και εμπορικά στοιχεία της έκθεσης, η Άγκυρα επαναλαμβάνει το αίτημά της για εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ζητά συγκεκριμένες αποφάσεις για την ευρωπαϊκή της προοπτική
Καταλήγοντας, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υπογραμμίζει ότι οι σχέσεις Τουρκίας–ΕΕ πρέπει να βασίζονται στα κοινά συμφέροντα και σε ένα μακροπρόθεσμο όραμα, πέρα από στενούς πολιτικούς υπολογισμούς και μονομερείς προσεγγίσεις.
Επικαλούμενη την αρχή pacta sunt servanda, σύμφωνα με την οποία οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται, η Άγκυρα δηλώνει έτοιμη να προωθήσει τις σχέσεις της με την Ένωση στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, του σεβασμού και της δικαιοσύνης.
Παράλληλα, καλεί την ΕΕ να επιδείξει την αναγκαία στρατηγική βούληση, ώστε ο ενισχυμένος διάλογος των τελευταίων μηνών να οδηγήσει σε συγκεκριμένες αποφάσεις που θα ενδυναμώσουν την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας
«Η έκθεση που συνέταξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τη χώρα μας, στο πλαίσιο της «Δέσμης Διεύρυνσης» για το 2026, αποκαλύπτει για άλλη μια φορά τη μεροληπτική και άδικη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) απέναντι στη χώρα μας.
Απορρίπτουμε τους αβάσιμους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση, ιδίως εκείνους που αφορούν τα πολιτικά κριτήρια, καθώς και τους τομείς της δικαιοσύνης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τέτοιες κατηγορίες αποτελούν αντανάκλαση των «δύο μέτρων και δύο σταθμών» που εφαρμόζουν ορισμένοι αξιωματούχοι της ΕΕ, καθώς και της ασυνεπούς και απαξιωμένης νοοτροπίας τους.
Όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε ότι η έκθεση υπερασπίζεται τις μαξιμαλιστικές, μη ρεαλιστικές και διεθνώς παράνομες θέσεις της Ελλάδας και της ελληνοκυπριακής πλευράς, ενώ αγνοεί για άλλη μια φορά τα νόμιμα δικαιώματα, τα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες πολιτικές τόσο της Τουρκίας όσο και της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου. Με την ευκαιρία αυτή, επαναλαμβάνουμε ότι είναι αδύνατο για την ΕΕ να συμβάλει στις προσπάθειες για μια λύση, εφόσον υιοθετεί άνευ όρων τη θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς όσον αφορά το Κυπριακό ζήτημα.
Οι εκτιμήσεις στην έκθεση σχετικά με την Ανατολική Μεσόγειο έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και την αρχή της δίκαιης αντιμετώπισης (equity)· επιπλέον, οι παρατηρήσεις σχετικά με το Μνημόνιο που υπεγράφη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης στερούνται οποιασδήποτε νομικής βάσης.
Από την άλλη πλευρά, χαιρετίζουμε τα συμπεράσματα σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειώσει η Τουρκία στους τομείς της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, την ύπαρξη μιας εύρυθμης οικονομίας της αγοράς, καθώς και την ικανότητά μας να ανταποκρινόμαστε στις ανταγωνιστικές πιέσεις εντός της Ένωσης. Αντικρίζουμε επίσης θετικά τις αναφορές στον ρόλο της χώρας μας όσον αφορά τη συνδεσιμότητα, την ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού και αξίας, καθώς και στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Όπως προκύπτει από τα οικονομικά και εμπορικά δεδομένα που καταγράφονται στην έκθεση, επαναλαμβάνουμε τη δικαιολογημένη και νόμιμη προσδοκία μας σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης.
Οι σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ θα πρέπει να διαμορφώνονται με βάση τα κοινά συμφέροντα και ένα μακροπρόθεσμο όραμα, υπερβαίνοντας τους στενούς πολιτικούς υπολογισμούς και τις μονομερείς προσεγγίσεις.
Στο πλαίσιο του δικαίου της σύνδεσης και της αρχής *pacta sunt servanda* (τήρηση των συμφωνιών), η Τουρκία είναι έτοιμη να προωθήσει τις σχέσεις της, βασιζόμενη στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και τη δικαιοσύνη. Αναμένουμε από την ΕΕ να επιδείξει τη στρατηγική βούληση που απαιτείται για το κοινό μας μέλλον, μετατρέποντας τον διάλογο —ο οποίος έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα— σε συγκεκριμένες αποφάσεις που ενισχύουν την προοπτική της ένταξής μας στην ΕΕ»






