Καρυστιανού: Στο πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει ξανά ο δείκτης της αβεβαιότητας: τρεις διαφορετικοί πόλοι κινούνται πια στην ίδια ζώνη επιρροής (12%–14%), απειλώντας να ανακατέψουν την τράπουλα της αντιπολίτευσης, αλλά και να «παγώσουν» κάθε ρεαλιστική προοπτική εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης.
Ρεπορτάζ: Παντελής Χαριτάκης
Στο Υπουργείο Εσωτερικών βλέπουν ήδη πως, όσο πυκνώνει η πολιτική πολυδιάσπαση, τόσο δυσκολεύει η συσπείρωση και αυξάνεται η πιθανότητα να πάμε σε εκλογικούς κύκλους χωρίς καθαρή λύση.
Οι πολιτικοί αναλυτές που μίλησαν στο tilegrafimanews.gr, ο Στέλιος Καραγιάννης και η Δέσποινα Λαμπρινού, εκτιμούν ότι το «καινούργιο» της επόμενης περιόδου δεν θα είναι μόνο ένα ακόμη κόμμα. Θα είναι το γεγονός ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια αποκτά «φορέα» και μάλιστα διεκδικεί θέση πρωταγωνιστή, κόβοντας από όλες τις πλευρές.
Η ζώνη 12%–14% και το παιχνίδι της δεύτερης θέσης
Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και το υπό διαμόρφωση σχήμα που αποδίδεται στον Αλέξη Τσίπρα αντιμετωπίζουν ένα κοινό πρόβλημα: ο χώρος τους δεν «μεγαλώνει», απλώς τεμαχίζεται. Και μέσα σε αυτόν τον τεμαχισμό, εμφανίζεται η Μαρία Καρυστιανού ως σημείο αναφοράς μιας οργής που δεν εκφράζεται πια μόνο με αποχή ή διαμαρτυρία, αλλά με πολιτική διεκδίκηση.
Στους διαδρόμους της Βουλής πολλοί παραδέχονται κατ’ ιδίαν ότι μια τέτοια τριπλή σύγκρουση για τη δεύτερη θέση δεν παράγει «αντίπαλο δέος» απέναντι στην κυβέρνηση∙ παράγει θόρυβο, εσωστρέφεια και μια αίσθηση ότι «όλοι τσακώνονται για το ποιος θα βγει δεύτερος», αντί για το ποιος μπορεί να κυβερνήσει.
Το στοίχημα του Τσίπρα: κόμμα ή πολιτική περιθωριοποίηση
Ο Αλέξης Τσίπρας, με την εμπειρία της εξουσίας και το βαρύ φορτίο της ήττας, παίζει ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου. Αν κατεβάσει νέο κόμμα, πρέπει να δείξει ότι δεν επιστρέφει ως «ανακύκλωση», αλλά ως ανασύνθεση. Όμως αυτή η ανασύνθεση έχει δύο εμπόδια:
1. Πρέπει να τραβήξει ψηφοφόρους από το ΠΑΣΟΚ χωρίς να του χαρίσει τον τίτλο του «διασπαστή».
2. Πρέπει να πείσει ένα κουρασμένο ακροατήριο ότι υπάρχει σχέδιο, όχι μόνο αφήγημα.
Η Δέσποινα Λαμπρινού σημειώνει ότι «η καθυστέρηση κοστίζει», γιατί όσο μένει μετέωρη η απόφαση, τόσο παγιώνεται η αίσθηση ότι η αντιπολίτευση λειτουργεί με προσωπικές ατζέντες. Και σε πολιτικό επίπεδο, αυτό είναι δώρο στην κυβέρνηση, η οποία εμφανίζεται ως η μόνη συμπαγής επιλογή.
Η Καρυστιανού ως “κόμμα οργής” και η σύγκρουση με τον Τσίπρα
Η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, όπως την περιγράφουν αναλυτές, δεν είναι παραδοσιακή. Δεν βασίζεται σε κομματικές δομές ή στελεχιακό δυναμικό, αλλά σε συμβολικό κεφάλαιο και σε κοινωνική ταύτιση. Ο Στέλιος Καραγιάννης εξηγεί ότι «ένα τέτοιο σχήμα μπορεί να αντέξει περισσότερο απ’ όσο νομίζουν οι κλασικοί παίκτες, επειδή δεν παίζει με τους κανόνες τους».
Η δημόσια πίεση προς τον Τσίπρα δεν είναι τυχαία: εάν ο Τσίπρας επιδιώκει να γίνει ξανά ο κεντρικός πόλος της “προοδευτικής αντιπολίτευσης”, τότε πρέπει να αποσπάσει κόσμο από τη δεξαμενή της αγανάκτησης. Ακριβώς εκεί, όμως, η Καρυστιανού χτίζει ταχύτητα: θέλει να εμφανιστεί ως ο αυθεντικός εκφραστής μιας τιμωρητικής ψήφου που δεν συγχωρεί ούτε παλιούς ούτε νέους.
Το ΠΑΣΟΚ στην «μέγγενη»: από ρυθμιστής, πιθανός χαμένος
Το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να βρεθεί στη χειρότερη θέση: να χάνει προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Από τη μία, προς τον Τσίπρα (ως πιο “έμπειρο” πρόσωπο εξουσίας). Από την άλλη, προς την Καρυστιανού (ως πιο “αντισυστημικό” σύμβολο). Αν η βελόνα πέσει έστω μία μονάδα, η συζήτηση για την ηγεμονία στον χώρο μπορεί να μετατραπεί σε συζήτηση για επιβίωση.
Και εδώ μπαίνει ένα κρίσιμο στοιχείο: οι επόμενες εκλογές ίσως δεν δώσουν καθαρή κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική σταθερότητα θα κριθεί σε συμμαχίες. Όμως ποιος θα συνεργαστεί με ποιον, όταν όλοι ανταλλάσσουν κατηγορίες και «χρεώνουν» ο ένας στον άλλον την ήττα της επόμενης μέρας;

Η θεσμική παράμετρος που φοβούνται όλοι: κρίση εκπροσώπησης
Η πολυδιάσπαση δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι και κάτι βαθύτερο: κρίση εμπιστοσύνης. Όταν τμήματα της κοινωνίας νιώθουν ότι «κανείς δεν τους ακούει», αναζητούν αποσπασματικές λύσεις, τιμωρητικές ψήφους ή πρόσωπα που “σπάνε” το πολιτικό πρωτόκολλο. Δεν είναι τυχαίο ότι σε τέτοιες περιόδους ενισχύονται φαινόμενα παραπληροφόρησης, σκληρού λόγου και πόλωσης—γι’ αυτό και θεσμοί όπως η Αρχή Προστασίας Δεδομένων και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας βρίσκονται πιο συχνά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, ακόμη κι αν δεν σχετίζονται άμεσα με την κάλπη.
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό περιβάλλον λειτουργεί ως «κάδρο» αξιολόγησης: οι πολιτικές ισορροπίες στην Ελλάδα επηρεάζουν εικόνα, διαπραγματευτική ισχύ και κλίμα στην ευρωπαϊκή σκηνή, κάτι που παρακολουθεί στενά και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τι περιμένουμε τις επόμενες εβδομάδες
Το σενάριο «τριπλής μάχης» δεν θα κριθεί από ένα πρωτοσέλιδο ή από μία δημοσκόπηση. Θα κριθεί από τρία πράγματα:
• Αν ο Τσίπρας κάνει καθαρή, άμεση κίνηση και δώσει δομή στο σχέδιό του.
• Αν η Καρυστιανού κρατήσει συνεκτικό στίγμα ή αν χαθεί σε ετερόκλητες φωνές και πρόσωπα.
• Αν το ΠΑΣΟΚ βρει τρόπο να μοιάζει με κυβέρνηση εν αναμονή και όχι με κόμμα που φοβάται τις διαρροές.
Αν όχι, τότε το 12%–14% δεν θα είναι «μάχη για τη δεύτερη θέση». Θα είναι το προοίμιο μιας παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας, όπου η κυβέρνηση θα κερδίζει χρόνο επειδή οι αντίπαλοί της θα σπαταλούν δυνάμεις μεταξύ τους. Και αυτό, όσο κι αν ακούγεται κυνικό, είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα όταν η αντιπολίτευση δεν παράγει κοινό αφήγημα, αλλά ανταγωνιστικά “μαγαζιά”.






