Παράλληλα, ηχηρό «καμπανάκι» κρούεται και για την ανεργία, μιας και εκτιμάται ότι η δραματική μείωση προσλήψεων το περασμένο δίμηνο λόγω του lockdown θα αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα τους επόμενους μήνες, όταν θα είναι σαφώς πιο αισθητές οι επιπτώσεις της πανδημίας.

Ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού, Φραγκίσκος Κουτεντάκης, χαρακτήρισε μεν προς τη σωστή κατεύθυνση την απόφαση της Ε.Ε. για άρση των δεσμεύσεων στο πρωτογενές πλεόνασμα και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο προσωρινό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, ωστόσο, σημαντικός «αστερίσκος» παραμένει η αβεβαιότητα που κρύβεται πίσω από τις υπάρχουσες συνθήκες και τα επόμενα στάδια της πανδημίας, που καθιστά άλλωστε και δυσχερείς οποιοεσδήποτε ασφαλείς εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίες το επόμενο διάστημα.

Ακόμη, στην έκθεση αναδεικνύεται και το ζήτημα της αύξησης του δημοσίου χρέους της χώρας, ζήτημα για το οποίο τονίζεται, μεταξύ άλλων,

«Η δημοσιονομική ισορροπία αναμένεται να αποκατασταθεί όταν η οικονομία επανέλθει στα κανονικά της επίπεδα. Ωστόσο, το αυξημένο δημόσιο χρέος δεν θα εξαλειφθεί αυτόματα με την επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό με τη σειρά του θέτει δύο κρίσιμα ζητήματα.
Το πρώτο είναι ότι δύσκολα μπορεί να προβλεφθεί ο χρόνος που θα χρειαστεί αυτή η επαναφορά του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στα προ κορωνοϊού επίπεδα, στο μεσοδιάστημα της οποίας η χώρα θα βρεθεί εκτεθειμένη στις αβεβαιότητες των διεθων αγορών.

Για αυτόν τον λόγο θα πρέπει να διασφαλιστεί, κυρίως από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δυνατότητα χρηματοδοτικής στήριξης των πιο ευάλωτων χωρών και να δοθεί επαρκής χρόνος ώστε να αποκαταστήσουν τη δημοσιονομική τους ισορροπία με ομαλό τρόπο.

Το δεύτερο – και κρισιμότερο – ζήτημα είναι ότι αυτό το αυξημένο χρέος θα πρέπει να πληρωθεί από δημόσιους πόρους επιβαρύνοντας, σε τελική ανάλυση, τους πολίτες της χώρας. Η κατανομή αυτού του βάρους, είτε μεταξύ κοινωνικών ομάδων είτε μεταξύ γενεών, θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ανοιχτού και ειλικρινούς δημόσιου διαλόγου ώστε να χαραχθεί μια κοινώς αποδεκτή δημοσιονομική στρατηγική για τα επόμενα χρόνια…»

Οι μεγάλες αβεβαιότητες όπως τις καταγράφει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής αφορούν:

• Την ανάπτυξη και διαθεσιμότητα σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αξιόπιστων τεστ αντισωμάτων.

• Την ικανότητα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης να αντιμετωπίσουν την πανδημία.

• Τον χρόνο που θα απαιτηθεί για την ανάπτυξη ασφαλών, αποτελεσματικών εμβολίων.

• Την διάρκεια και αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων και άλλων στρατηγικών μετριασμού και περιορισμού της εξάπλωσης.

• Τον βραχυπρόθεσμο οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας και των πολιτικών αντιπαραθέσεων που αναπόφευκτα θα προκληθούν.

• Την ταχύτητα της ανάκαμψης καθώς η πανδημία υποχωρεί.

• Τη διάρκεια ισχύος των δημοσιονομικών και νομισματικών παρεμβάσεων.

• Τον βαθμό στον οποίο θα συνεχιστούν οι μεταβολές που προκαλούνται από την πανδημία στην οικονομική συμπεριφορά.

• Το ενδεχόμενο επανεμφάνισης της πανδημίας με την ίδια ή και με μεγαλύτερη ένταση τον Οκτώβριο ή και το επόμενο έτος.