ΗΠΑ–Ιράν: Η Ουάσιγκτον κλιμακώνει τα πλήγματα, η Τεχεράνη απειλεί τις παγκόσμιες ενεργειακές οδούς και ο Αμερικανός πρόεδρος ανοίγει ταυτόχρονα έναν σκληρό εμπορικό πόλεμο με τον Καναδά – Τα τρία σενάρια της επόμενης ημέρας.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με δύο παράλληλες αναμετρήσεις: τον στρατιωτικό πόλεμο με το Ιράν και τη νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη εμπορική σύγκρουση με τον Καναδά.
Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε τρεις διακηρύξεις για επιπλέον δασμούς 50% σε συγκεκριμένα καναδικά προϊόντα, αξιοποιώντας το άρθρο 338 του αμερικανικού νόμου περί δασμών του 1930. Το μέτρο αφορά, μεταξύ άλλων, κρασιά, μπαστούνια χόκεϊ και τσιμέντο, ενώ θα εφαρμοστεί ακόμη και σε προϊόντα που καλύπτονται από τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά. Οι δασμοί θα τεθούν σε ισχύ 30 ημέρες μετά την υπογραφή τους.
Η επίσημη επιχειρηματολογία της αμερικανικής προεδρίας είναι ότι ο Καναδάς εφαρμόζει διακριτική μεταχείριση εις βάρος των αμερικανικών αυτοκινήτων, των γαλακτοκομικών προϊόντων και των αλκοολούχων ποτών. Εξαιρούνται από το νέο καθεστώς η ενέργεια, η ποτάσα, ορισμένα αλιευτικά προϊόντα και κρίσιμα ορυκτά.
Δύο πόλεμοι, μία πολιτικά επικίνδυνη στρατηγική
Η επιλογή Τραμπ να ανοίξει νέο οικονομικό μέτωπο ενώ συνεχίζεται η σύγκρουση με το Ιράν προκαλεί ανησυχία ακόμη και στους συμμάχους του. Οι αυξημένοι δασμοί μπορούν να μεταφερθούν στις τιμές που πληρώνουν οι Αμερικανοί καταναλωτές, την ίδια στιγμή που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αυξάνει το κόστος της ενέργειας, των μεταφορών και της βιομηχανικής παραγωγής.
Η σύγκρουση με το Ιράν έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας περιορισμένης στρατιωτικής επιχείρησης. Οι ΗΠΑ πραγματοποιούν διαδοχικά πλήγματα εναντίον ιρανικών στρατιωτικών και ναυτικών στόχων, ενώ η Τεχεράνη απαντά με επιθέσεις σε πλοία, αμερικανικές βάσεις και υποδομές κρατών του Κόλπου.
Το πραγματικό κέντρο της σύγκρουσης είναι τα Στενά του Ορμούζ. Η δυνατότητα του Ιράν να διακόπτει ή να ελέγχει τη διέλευση πλοίων έχει μετατραπεί στο ισχυρότερο διαπραγματευτικό όπλο της Τεχεράνης. Παρά τα αμερικανικά πλήγματα, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει πυραύλους, drones, ναυτικές μονάδες και μέσα παρενόχλησης της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Τι εκτιμούν Αμερικανοί αναλυτές
Στο πλαίσιο της έρευνας του tilegrafimanews.gr εξετάστηκαν οι τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις στρατηγικών αναλυτών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία.
Η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια και ανώτερη σύμβουλος του Προγράμματος Μέσης Ανατολής στο αμερικανικό Center for Strategic and International Studies, προειδοποιεί ότι η σύγκρουση έχει εισέλθει σε μία αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία αντιποίνων. Κατά την ανάλυσή της, κάθε πλευρά πιστεύει ότι μπορεί να προκαλέσει αρκετό πόνο στην άλλη ώστε να την αναγκάσει να υποχωρήσει. Αυτό, όμως, αποτελεί συνταγή συνέχισης και όχι τερματισμού του πολέμου.
Η ίδια επισημαίνει ότι η κρίση μπορεί να επεκταθεί πέρα από το Ορμούζ, με επιθέσεις σε σαουδαραβικές, κουβεϊτιανές ή ιορδανικές υποδομές. Ιδιαίτερα επικίνδυνο θεωρείται το ενδεχόμενο ενεργοποίησης των Χούθι για παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, καθώς τότε θα απειλούνταν ταυτόχρονα δύο από τις σημαντικότερες θαλάσσιες πύλες του παγκόσμιου εμπορίου.
Αναλυτές του CSIS θεωρούν επίσης ότι ο Τραμπ δεν επιθυμεί έναν μακροχρόνιο πόλεμο. Ο Ράαντ Αλκαντίρι έχει υποστηρίξει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιδίωκε να κλείσει το ιρανικό μέτωπο και να παρουσιάσει την επαναλειτουργία του Ορμούζ ως πολιτική επιτυχία. Ωστόσο, η αποτυχία της εύθραυστης συμφωνίας και οι νέες επιθέσεις επανέφεραν το σενάριο κλιμάκωσης.
Η γαλλική ανάγνωση του πολέμου
Στη Γαλλία, οι στρατηγικοί αναλυτές Ελί Τενενμπάουμ και Ζαν-Κριστόφ Νοέλ του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων έχουν εξετάσει τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα των αμερικανοϊσραηλινών αεροπορικών επιχειρήσεων.
Η βασική γαλλική εκτίμηση είναι ότι η αεροπορική υπεροχή μπορεί να καταστρέψει εγκαταστάσεις, συστήματα αεράμυνας και κέντρα διοίκησης, αλλά δεν εγγυάται πολιτική αλλαγή ούτε οριστική εξουδετέρωση του ιρανικού καθεστώτος. Για μια μόνιμη ανατροπή των ισορροπιών θα απαιτούνταν εσωτερική λαϊκή κινητοποίηση και διάσπαση των μηχανισμών ασφαλείας του Ιράν – εξελίξεις που δεν μπορούν να επιβληθούν μόνο με βομβαρδισμούς. (ifri.org)
Αυτό είναι και το βασικό στρατηγικό αδιέξοδο του Τραμπ: μπορεί να κερδίζει επιμέρους στρατιωτικές αναμετρήσεις, χωρίς να έχει διαμορφώσει σαφή και εφικτή τελική έξοδο από τον πόλεμο.
Τα τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα
Το πρώτο σενάριο προβλέπει συνέχιση περιορισμένων πληγμάτων, χωρίς ανάπτυξη μεγάλων χερσαίων δυνάμεων. Οι ΗΠΑ θα επιχειρούν να καταστρέψουν ιρανικούς πυραύλους, drones και ναυτικές υποδομές, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτό έναν διπλωματικό δίαυλο.
Το δεύτερο και πιο επικίνδυνο σενάριο περιλαμβάνει επιχείρηση κατά της νήσου Χαργκ, όπου βρίσκονται κρίσιμες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, ή επίθεση σε νέους πυρηνικούς στόχους. Μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει γενικευμένες ιρανικές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις ενέργειας στον Περσικό Κόλπο. (Reuters)
Το τρίτο σενάριο είναι μία νέα συμφωνία μέσω του Πακιστάν και του Κατάρ. Οι δύο χώρες επιχειρούν να διαμορφώσουν μια διέξοδο που θα συνδέει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας με εγγυήσεις ασφαλείας, περιορισμό των ιρανικών πυρηνικών δραστηριοτήτων και σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων.
Το πιθανότερο είναι ότι ο Τραμπ θα κινηθεί ανάμεσα στην πίεση και στη διαπραγμάτευση. Η αποστολή χερσαίων στρατευμάτων θα είχε τεράστιο στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν το Ιράν. Είναι αν ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί – και χωρίς η Μέση Ανατολή να οδηγηθεί σε μία σύρραξη που κανείς δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει.






