Τουρκία: Η προτεινόμενη πώληση κινητήρων αεροσκαφών αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων προς την Τουρκία από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον, ενώ το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον τόσο στις αποφάσεις του αμερικανικού Κογκρέσου όσο και στις γεωπολιτικές επιπτώσεις για την Ανατολική Μεσόγειο.
Ρεπορτάζ: Παντελής Χαριτάκης – tilegrafimanews
Σύμφωνα με το Reuters, η κοινοποίηση της πώλησης στο Κογκρέσο δεν ισοδυναμεί με οριστική έγκριση, καθώς προβλέπεται περίοδος κοινοβουλευτικού ελέγχου, κατά την οποία μπορούν να κατατεθούν αντιρρήσεις ή ακόμη και να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την αναστολή της διαδικασίας.
Η υπόθεση αφορά κινητήρες General Electric F110 που προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό KAAN, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα της τουρκικής αεροπορικής βιομηχανίας. Ωστόσο, διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι η χρήση αμερικανικής τεχνολογίας σημαίνει πως οποιαδήποτε μελλοντική εξαγωγή του αεροσκάφους θα εξακολουθεί να εξαρτάται από την έγκριση της Ουάσιγκτον.
Η παρέμβαση των τεσσάρων Ελληνοαμερικανών βουλευτών
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η κοινή παρέμβαση των Γκας Μπιλιράκη, Νικόλ Μαλλιωτάκη, Μάικ Χαριδόπουλου και Τζίμι Πατρώνη, οι οποίοι εκφράζουν την έντονη αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας χωρίς προηγούμενη πλήρη συμμόρφωση με τον νόμο CAATSA.
Οι τέσσερις βουλευτές υποστηρίζουν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να ακολουθεί πολιτικές που δημιουργούν εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, επικαλούμενοι τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο, τη συνεχιζόμενη κατοχή της βόρειας Κύπρου, αλλά και τη στάση της Άγκυρας απέναντι στη Ρωσία και στη Χαμάς.
Η παρέμβασή τους θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς προέρχεται από μέλη του Κογκρέσου που διατηρούν ενεργό ρόλο σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Τι βλέπουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης
Η Associated Press και άλλα μεγάλα διεθνή μέσα αντιμετωπίζουν την αμερικανική πρωτοβουλία ως μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης με την Άγκυρα, χωρίς όμως να θεωρούν ότι ανοίγει ο δρόμος για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Η επικρατούσα εκτίμηση είναι ότι οι κινητήρες για το KAAN αποτελούν μια περιορισμένης έκτασης αμυντική συνεργασία και όχι αλλαγή της στρατηγικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Τουρκία.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Telegraphmanews.gr, η οποία βασίζεται σε δημοσιευμένες εκτιμήσεις ειδικών από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ελλάδα, η κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης ερμηνεύεται κυρίως ως μήνυμα διατήρησης της Τουρκίας εντός του δυτικού αμυντικού πλαισίου, χωρίς όμως να αναιρούνται οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν μετά την αγορά των ρωσικών S-400.
Γιατί τα F-35 παραμένουν εκτός συζήτησης
Το σημαντικότερο στοιχείο που αναδεικνύουν διεθνείς αναλυτές είναι ότι η υπόθεση των F-35 παραμένει ουσιαστικά ανεξάρτητη από την πώληση των κινητήρων.
Η αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα το 2019 βασίστηκε στην απόκτηση των S-400 και στις κυρώσεις που επιβλήθηκαν μέσω του νόμου CAATSA. Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει επίσημη αλλαγή αυτής της πολιτικής, ενώ αρκετά μέλη του Κογκρέσου εξακολουθούν να θεωρούν ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για επανένταξη της Άγκυρας.
Τι σημαίνει η εξέλιξη για την Ελλάδα και την ισορροπία στο Αιγαίο
Στην Αθήνα, οι εξελίξεις παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η συζήτηση για τους κινητήρες του KAAN συνδέθηκε άμεσα με το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων και τη συνολική ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αμυντικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η έγκριση εξαγωγής κινητήρων δεν μεταβάλλει άμεσα τον επιχειρησιακό συσχετισμό ισχύος. Το πρόγραμμα KAAN βρίσκεται ακόμη σε φάση εξέλιξης και θα χρειαστούν αρκετά χρόνια δοκιμών, πιστοποιήσεων και παραγωγής πριν αποκτήσει πλήρεις επιχειρησιακές δυνατότητες.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα προχωρά κανονικά στην ένταξη των μαχητικών F-35 στην Πολεμική Αεροπορία, ενώ συνεχίζεται η επιχειρησιακή αξιοποίηση των Rafale και ο εκσυγχρονισμός των F-16 Viper. Για πολλούς διεθνείς αναλυτές, αυτή η εξέλιξη διατηρεί το στρατηγικό πλεονέκτημα της Αθήνας τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια.
Το «κλειδί» παραμένει το Κογκρέσο
Παρά τις θετικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για τη βελτίωση των σχέσεων με την Άγκυρα, αρκετοί Αμερικανοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι τελικές αποφάσεις δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τον Λευκό Οίκο.
Το Κογκρέσο διατηρεί ουσιαστικό ρόλο στον έλεγχο μεγάλων εξοπλιστικών συμφωνιών και αρκετά μέλη του έχουν ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας όσο παραμένουν ανοιχτά ζητήματα όπως οι S-400, οι κυρώσεις CAATSA και οι εντάσεις με συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η δημόσια παρέμβαση των τεσσάρων Ελληνοαμερικανών βουλευτών ενισχύει αυτή την εικόνα, καθώς δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρή πολιτική αντίσταση απέναντι σε μια πλήρη επαναφορά της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ–Τουρκίας.
Το μήνυμα προς την Άγκυρα
Οι περισσότεροι ειδικοί εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία εκπέμπει διπλό μήνυμα προς την τουρκική ηγεσία.
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον δείχνει ότι επιθυμεί να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους συνεργασίας με μια σημαντική χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Από την άλλη, όμως, υπενθυμίζει ότι οι αμερικανικοί θεσμοί εξακολουθούν να θέτουν αυστηρούς όρους σε ζητήματα στρατιωτικής συνεργασίας και μεταφοράς προηγμένης τεχνολογίας.
Γι’ αυτό και αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η πώληση κινητήρων δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως «λευκή επιταγή» προς την Άγκυρα, αλλά ως μια περιορισμένη συμφωνία με σαφείς πολιτικούς και νομικούς περιορισμούς.
Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις επόμενες κινήσεις του αμερικανικού Κογκρέσου, στις αποφάσεις που θα ληφθούν μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και στις εξελίξεις γύρω από το πρόγραμμα KAAN.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική πολιτική θα συνεχίσει να κινείται σε μια λεπτή ισορροπία: επιθυμία διατήρησης της Τουρκίας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά χωρίς να παραβλέπονται οι ανησυχίες συμμάχων όπως η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Για την Αθήνα, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική πορεία της χώρας προς την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος συνεχίζεται χωρίς μεταβολές. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι οι αποφάσεις για τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα δεν λαμβάνονται μόνο με γεωπολιτικά κριτήρια, αλλά επηρεάζονται και από θεσμικούς ελέγχους, διεθνείς ισορροπίες και τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των συμμάχων.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν η υπόθεση των κινητήρων θα αποτελέσει απλώς μια μεμονωμένη αμυντική συμφωνία ή το πρώτο βήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας επαναπροσέγγισης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία, σε μια περίοδο που η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος.






