«Πνιγμένοι που πιάνονται από τα μαλλιά τους» οι επιτελείς της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ κραυγάζουν την παντελή αδυναμία τους να αρθρώσουν μια συνεκτική και επί του πραγματικού πολιτική πρόταση με σύγχρονο περιεχόμενο και αναγκάζονται, από την πίεση των πολιτικών εξελίξεων, να ανατρέχουν σε ιδεοληπτικές προσομοιώσεις του παρελθόντος που αναπτύχθηκαν γύρω από το δίπολο «δεξιά – αριστερά» και παρήγαγαν πολιτικές τερατογενέσεις, όπως αυτή της περιβόητης «προοδευτικής διακυβέρνησης».

Του Χρήστου Υφαντή

Ο όρος, ακόμη και ως εκφορά, είναι αστείος, έχει καταντήσει ήδη γραφικός, αλλά, για μερικούς πολύ πρακτικούς λόγους, εξακολουθεί να έλκει την επίσημη αριστερά όπως το φως τις μύγες. Στο ανεξερεύνητο, δηλαδή ανύπαρκτο περιεχόμενο του, οι αριστεροί κάθε κοπής επιχειρούν να προβάλλουν όλες τις ιδεοληψίες τους που ξεκινούν από την «δημοκρατική εκπαίδευση» (!!!) και καταλήγουν στη «δημοκρατική ανάπτυξη» (!!!) σε μια διαδρομή που αποθεώνει το πολιτικό τίποτε και επιχειρεί, προφανώς ανεπιτυχώς, να ερμηνεύσει τον σημερινό κόσμο με τις ιδεοληπτικές αγκυλώσεις του 19ου αιώνα.

Αυτή τη φορά το «τυράκι» της «προοδευτικής διακυβέρνησης» το έριξε στη δημόσια, εντός του δήθεν αριστερού χώρου, συζήτηση ο Γιώργος Παπανδρέου, που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να ζει με τις παραδοξότητες κάποιων σοσιαλιστικών ονειρώξεων του παρελθόντος και να αναζητά ρόλο (και ιστορική δικαίωση) στα τσιτάτα της δεκαετίας του ογδόντα, όπως μπορούσε να τα αναδεικνύει και να επιβάλλει ο πατέρας του.

Η διατύπωση του όρου «προοδευτική διακυβέρνηση» και των πολιτικών προϋποθέσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτό το φαντασιακό μόρφωμα έγινε σχεδόν σε κενό αέρος περισσότερο για να έχει κάτι να πει ο Γ.Α.Π. «χρονιάρες μέρες», αλλά φαίνεται ότι άγγιξε τον πάτο των πολιτικών εμπνεύσεων της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, που την είδαν λες και έβλεπαν το φως (το αριστερό εννοείται) το αληθινό και έσπευσαν να την υιοθετήσουν, άκριτα όπως πάντα, αρκεί που μπορούσε να προσφέρει έμπνευση στην αδυναμία τους να προτείνουν κάτι ουσιαστικό και σύγχρονο στην ελληνική κοινωνία.

Για να καταστήσουν, έτσι πίστεψαν, περισσότερο ελκυστική την πρόταση ανέθεσαν στους παλιούς γνωστούς γεφυρατζήδες (Μπίστης, Μαριλίζα, Ραγκούσης κ.λ.π.) κάθε φυράματος να την απλοποιήσουν, να την συνθέσουν και να την διαχειριστούν, επιλογή που αποδείχθηκε αφετηριακά εντελώς άστοχη, καθώς κανείς δεν εμφανίζεται διατεθειμένος να ακούσει o,τιδήπoτε προτείνουν οι συγκεκριμένοι πολιτικοί γυρολόγοι.

Ακολούθησε η γνωστή διαδρομή των σεναρίων για δήθεν επαφές μεταξύ Αλέξη Τσίπρα και Γιώργου Παπανδρέου, για δήθεν απευθείας διάλογο που έχουν αποκαταστήσει οι δυο τους, για δήθεν διεργασίες που μπορούν να οδηγήσουν στην διαμόρφωση ενός αριστερού μετώπου που θα οδηγήσει σε μια εκλογική νίκη απέναντι στη συντηρητική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη και θα επιβάλλει την «προοδευτική διακυβέρνηση».

Όπως ήταν φυσικό (πάντα έτσι συμβαίνει με τα παραμύθια) μόλις το κατασκεύασμα της «προοδευτικής διακυβέρνησης» αναμετρήθηκε με τη ζώσα πολιτική πραγματικότητα ακυρώθηκε αμέσως, καθώς φρόντισαν οι υπόλοιποι προβλεπόμενοι συνομιλητές του προοδευτικού χώρου (ΚΚΕ, ΚΙΝΑΛ, ΜΕΡΑ 25) να πάρουν τις αποστάσεις ασφαλείας που έκριναν απαραίτητες, με αποτέλεσμα η «προοδευτική διακυβέρνηση» να καταντήσει νούμερο αριστερής πολιτικής θεώρησης της κακιάς ώρας.

Κομβική στην υπόθεση κρίνεται η στάση του ΚΙΝΑΛ που πρώτο πήρε το λόγο και απογύμνωσε εντελώς την παπανδρεϊκή πρόταση και μαζί της εξαφάνισε κάθε πιθανότητα να προκύψει οποιαδήποτε συνεννόηση, πολύ δε περισσότερο συμφωνία, με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ηγετική ομάδα του Τσίπρα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση, στην ανατροπή της οποίας στόχευε, υποτίθεται, η προοδευτική διακυβέρνηση δεν αισθάνθηκε την ανάγκη (για απειλή ούτε λόγος) να απαντήσει καν στην πρόταση, την οποία ακύρωσε δια της σιωπής της, με άμεσο αποτέλεσμα αυτή να εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη πριν καλά – καλά παρουσιαστεί.

Είναι χαρακτηριστικό πως το μεγαλύτερο γέλιο το προκάλεσε η πρόταση Γ.Α.Π. στους κύκλους των αριστερών παλιάς κοπής που έχουν από καιρό εγκαταλείψει τις αδιέξοδες προσεγγίσεις περί «προοδευτικότητας» και έχουν συσπειρωθεί, στη σημερινή συγκυρία, στην υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας από τον υπαρκτό κίνδυνο του λαϊκισμού που την απειλεί.

Σε αυτό το μετερίζι η κυβέρνηση μπορεί να υπολογίζει και σε αυτές τις πολιτικές δυνάμεις που είναι μεν ανένταχτες, αλλά διαθέτουν σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για να καταναλώσουν.