Την τελευταία εξαετία ανακτήθηκε το 35,7% των απωλειών της κρίσης σε όρους απασχόλησης αν και με διαφορετικά δομικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, επισημαίνει στο εβδομαδιαία δελτίο “7 Ημέρες Οικονομία” η Eurobank Research.

Επί παραδείγματι, η μερική απασχόληση από το 5,7% του συνόλου της απασχόλησης το 2008 ενισχύθηκε στο 9,1% το 2019, το μερίδιο της ηλικιακής ομάδας 45 ετών και άνω από το 37,2% του συνόλου της απασχόλησης το 2008 αυξήθηκε στο 46,4% το 2019 και κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας όπως αυτοί του τουρισμού και των κατασκευών υπέστησαν υψηλή ενίσχυση ο πρώτος (αύξηση του μεριδίου στο 9,8% από 7,0%) και σημαντική συρρίκνωση ο δεύτερος (πτώση του μεριδίου στο 3,8% από 8,7%).

Σύμφωνα με την τριμηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), η απασχόληση στην Ελλάδα κινήθηκε ανοδικά για 6ο έτος στη σειρά στο διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2019, ασκώντας θετική επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, ανήλθε στα 3.914,1 χιλιάδες άτομα, ενισχυμένη κατά 2,3% ή 88,0 χιλιάδες άτομα σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Σε σχέση με τον πυθμένα της περιόδου της ελληνικής κρίσης, ο αριθμός των απασχολούμενων ατόμων παρουσιάζει συνολική αύξηση κατά 11,1% ή 389,8 χιλιάδες άτομα, ωστόσο εξακολουθεί να αποκλίνει σημαντικά από τα προ κρίσης επίπεδα κατά -15,2% ή -700,6 χιλιάδες άτομα.

Σε επίπεδο κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, η εκπαίδευση, ο τουρισμός, η μεταφορά και αποθήκευση, η μεταποίηση, η δημόσια διοίκηση, άμυνα και υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, η ενημέρωση και επικοινωνία και οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες συνεισέφεραν θετικά και υψηλά στην ενίσχυση της απασχόλησης στο διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2019 (βλέπε Σχήμα 2). Η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας όπως αυτοί του τουρισμού και της μεταφοράς και αποθήκευσης (κυρίως ναυτιλία), συνδέεται με την ετήσια άνοδο των εξαγωγών υπηρεσιών κατά 10,8% την περίοδο 1ο – 3ο τρίμηνο 2019. Επιπρόσθετα, παρά την επιβράδυνση των εξαγωγών αγαθών στο 3,3% από 8,5% πέρυσι λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας διεθνώς, ο κλάδος της μεταποίησης παρουσίασε ανθεκτικότητα με τους αντίστοιχους δείκτες παραγωγής και απασχόλησης να ενισχύονται κατά 1,7% και 5,1% ή 18,1 χιλιάδες άτομα αντίστοιχα. Τα προαναφερθέντα αποτελέσματα αντανακλώνται σε έναν βαθμό στην πορεία του δείκτη PMI μεταποίησης. Ο τελευταίος από τον Ιούνιο 2017 και έπειτα λαμβάνει τιμές σταθερά υψηλότερες του ορίου μεγέθυνσης-συρρίκνωσης των 50 μονάδων δείκτη (μέσος όρος Ιουνίου 2017 – Δεκεμβρίου 2019: 53,6 μονάδες δείκτη).

Για το σύνολο της εξαετίας 2013-2019 (μέσος όρος 1ου – 3ου τριμήνου) ο κλάδος του τουρισμού αποτέλεσε τον αδιαφιλονίκητο πρωταθλητή στη δημιουργία θέσεων εργασίας παρουσιάζοντας καθαρή ενίσχυση της τάξης των 123,0 χιλιάδων ατόμων ή 47,0%. Στη 2η θέση βρίσκεται ο κλάδος του εμπορίου, στην 3η αυτός της μεταποίησης και στην 4η και 5η θέση συναντάμε δύο κλάδους των οποίων οι υπηρεσίες παρέχονται κυρίως από τον δημόσιο τομέα (εκπαίδευση και υγεία & κοινωνική μέριμνα).

Προσθέτοντας σε αυτούς τον κλάδο της δημόσιας διοίκησης και άμυνας, τότε η ενίσχυση της απασχόλησης στο σύνολο των κλάδων που σχετίζονται άμεσα με τον δημόσιο τομέα ήταν 101,5 χιλιάδες άτομα ή 12,5%, δηλαδή στη 2 η υψηλότερη θέση μετά τον τουρισμό. Τέλος, οι κλάδοι που κατέγραψαν πτώση στην απασχόληση την τελευταία εξαετία ήταν αυτοί των κατασκευών, των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων και της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού (ΚΠ), για την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2019, τα καθαρά έσοδα παρουσίασαν υπέρβαση έναντι του στόχου (που έχει περιληφθεί στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2020) κατά €380 εκατ. σε τροποποιημένη ταμειακή βάση. Από την πλευρά των δαπανών καταγράφηκε συγκράτηση έναντι του στόχου κατά €1.885 εκατ. Ως εκ τούτου, το πρωτογενές αποτέλεσμα και το ισοζύγιο ΚΠ ήταν υψηλότερα σε σχέση με τον στόχο κατά €2.230 και €2.265 εκατ. αντίστοιχα.

Πιο συγκεκριμένα για την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2019, τα καθαρά έσοδα ΚΠ διαμορφώθηκαν σε €48.429 εκατ., παρουσιάζοντας μικρή απόκλιση από τον στόχο των €48.049 εκατ., ήτοι κατά €380εκατ., η οποία κατά κύριο λόγω οφείλεται στα αυξημένα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων κατά €222 εκατ.

Από την πλευρά των δαπανών, καταγράφηκε συγκράτηση έναντι του στόχου της τάξης των €1.885 εκατ. (τροποποιημένη ταμειακή βάση, €46.508 εκατ. σε σύγκριση με τον στόχο των €48.392 εκατ.).

Η διαφορά αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο α) στην υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) κατά €881 εκατ. β) στις μικρότερες έναντι του στόχου, πληρωμές οπλικών συστημάτων κατά €268 εκατ.1 γ) στην καθυστέρηση των αποδόσεων του Νοεμβρίου προς τους ΟΤΑ, οι οποίοι πληρώθηκαν στις αρχές του Δεκεμβρίου, δημιουργώντας απόκλιση ύψους €185 εκατ. και δ) στις μειωμένες μεταβιβάσεις σε λοιπά νομικά πρόσωπα εντός και εκτός Γενικής Κυβέρνησης κατά €126 εκατ.

Βάσει των παραπάνω στοιχείων, το πρωτογενές αποτέλεσμα για την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2019 διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα ύψους €6.945 εκατ., έναντι στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα €4.715 εκατ. (ήτοι υψηλότερο πλεόνασμα κατά €2.230 εκατ.) και πρωτογενούς πλεονάσματος €4.754 εκατ. σε σχέση με το αντίστοιχο αποτέλεσμα για την ίδια περίοδο του 2018. Τέλος, το ισοζύγιο ΚΠ παρουσίασε πλεόνασμα ύψους €1.922 εκατ. έναντι στόχου για έλλειμμα €343 εκατ. (ήτοι. υψηλότερο κατά €2.265 εκατ.) και έναντι πλεονάσματος €253 εκατ. για το αντίστοιχο διάστημα του 2018.