Η πολιτική διαδρομή του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί ένα από τα πιο διδακτικά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καθώς συμπυκνώνει την άνοδο και την πτώση του σύγχρονου λαϊκισμού
Από τις πλατείες των ¨”αγανακτισμένων” και τις υποσχέσεις για την κατάργηση των μνημονίων “με ένα νόμο και ένα άρθρο”, μέχρι την πλήρη συνθηκολόγηση -στα… τέσσερα- το 2015 και τις διαδοχικές εκλογικές ήττες, η πορεία του αμετανόητου και κυνικού ηγετίσκου, χαρακτηρίστηκε από μια διαρκή αναντιστοιχία λόγων και έργων.
Χθες, συμπληρώθηκαν 11 χρόνια από το δημοψήφισμα του 2015, που ήταν ό,τι πιο αστείο μπορούσε να επινοήσει ο Τσίπρας, για να δείξει στους… αφελείς, ότι θα αλλάξει τον κόσμο!
Του Λουκά Γεωργιάδη
Η αποδόμηση της πολιτικής κληρονομιάς του δεν αποτελεί μια απλή κομματική αντιπαράθεση, αλλά μια αναγκαία καταγραφή του τρόπου με τον οποίο η ρητορική της ελπίδας μετατράπηκε σε μια διαχείριση της σκληρής πραγματικότητας, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τις ιδεολογικές και πρακτικές αντιφάσεις του. Αυτό το θέατρο του παραλόγου εξέθεσε σε τεράστιους κινδύνους τη χώρα, αλλά φαίνεται ότι ακόμη ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος “ξύνεται στην γκλίτσα του τσοπάνη”.
Το αντι-Μητσοτακικό μπλοκ, υπό την καθοδήγηση “χοντρών” επιχειρηματικών συμφερόντων ετοιμάζεται να παίξει τα… ρέστα του, θέτοντας τη χώρα για ακόμη μία φορά σε κινδύνου. Γιατί αυτό που ευαγγελίζονται δεν αφορά καμία προστασία του εθνικού συμφέροντος, αλλά “παιχνίδι με τη φωτιά”, που θα οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια και απώλεια των ισχυρών κεκτημένων της τελευταίας επταετίας…
Η ρητορική της ανατροπής που μετατράπηκε σε μνημονιακή νομοτέλεια
Το “φαινόμενο Τσίπρα” στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου στην υπόσχεση της απόλυτης ανατροπής του υφιστάμενου οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου. Σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία του παρουσιάστηκε ως η μοναδική εναλλακτική λύση απέναντι στη λιτότητα, υποσχόμενος τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, την αποκατάσταση των συντάξεων και των μισθών στο Δημόσιο, την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και γενικώς… αμπέλια ατρύγητα! Αυτό το αφήγημα, αν και ελκυστικό για ένα δοκιμαζόμενο ακροατήριο, έπασχε σοβαρότατα από πλευράς ρεαλιστικής βάσης και διεθνούς ερείσματος.
Η πραγματικότητα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την πλήρη αποκαθήλωση αυτών των υποσχέσεων. Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015, μετά από μια επώδυνη και χαοτική διαπραγμάτευση, σφράγισε τη μετάλλαξη του πολιτικού του αφηγήματος.
Αντί για το τέλος της λιτότητας, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέβαλε -μεταξύ πάρα πολλών άλλων- νέα φορολογικά μέτρα, μείωσε περαιτέρω τις συντάξεις μέσω του νόμου Κατρούγκαλου και προχώρησε στη δημιουργία του Υπερταμείου, εκχωρώντας τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια.
Η πολιτική αυτή αποκάλυψε ότι οι προεκλογικές δεσμεύσεις δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα εργαλείο για την κατάληψη της εξουσίας, χωρίς κανένα ουσιαστικό σχέδιο εφαρμογής.
Η στρατηγική της πόλωσης και η τυχοδιωκτική συμμαχία με τους ΑΝΕΛ
Η άνοδος του Αλέξη Τσίπρα δεν βασίστηκε μόνο σε οικονομικές υποσχέσεις, αλλά και σε μια συνειδητή στρατηγική κοινωνικού και πολιτικού διχασμού. Η ρητορική του χώρισε την κοινωνία σε “μνημονιακούς” και “αντιμνημονιακούς”, σε “παλιό” και “νέο”, καλλιεργώντας ένα κλίμα έντασης που υπονόμευσε τη θεσμική λειτουργία της χώρας. Κορύφωση αυτής της τακτικής αποτέλεσε το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, το οποίο διοργανώθηκε μέσα σε συνθήκες τραπεζικής αργίας και κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls), φέροντας τη χώρα στα πρόθυρα της εξόδου από την Ευρωζώνη.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη αντίφαση και ηθική έκθεση του Αλέξη Τσίπρα υπήρξε η κυβερνητική συμμαχία με τους Ανεξάρτητους Έλληνες (ΑΝΕΛ) και τον Πάνο Καμμένο. Ένα κόμμα που αυτοπροσδιοριζόταν ως ριζοσπαστικό και αριστερό δεν δίστασε να συνεργαστεί στενά με έναν δεξιό, λαϊκιστικό σχηματισμό προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία. Η συμμαχία αυτή δεν ήταν απλώς μια τακτική κίνηση, αλλά μια ιδεολογική συνθηκολόγηση που απέδειξε ότι ο μοναδικός συνεκτικός δεσμός της τότε κυβέρνησης ήταν η νομή της εξουσίας και όχι η εφαρμογή ενός προοδευτικού προγράμματος.
Διεφθαρμένη και ύπουλη διακυβέρνηση
Οι προσπάθειες ελέγχου των τηλεοπτικών αδειών, “τα βοσκοτόπια Καλογρίτσα” και η διαχείριση της υπόθεσης Novartis τραυμάτισαν τη θεσμική αξιοπιστία της κυβέρνησης, εκθέτοντας τον Τσίπρα στα μάτια των πολιτών που είχαν πιστέψει στο σύνθημα “για πρώτη φορά Αριστερά”.
Η πλήρης αποδόμηση του ολοκληρώθηκε όταν το εκλογικό σώμα συνειδητοποίησε το ιδεολογικό και προγραμματικό κενό που έκρυβε η ρητορική του. Εκτός από τα σκληρότατα οικονομικά μέτρα και την πρόκληση ζημίας άνω των 200 δισ. ευρώ στην οικονομία, η διακυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου απέδειξε στον κόσμο ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συμφωνία πολιτικών απατεώνων, που θα επιστράτευε κάθε αθέμιτο μέσο για να διατηρηθεί στην εξουσία. Εν ολίγοις, μιλάμε για μια περίοδο όπου η διακυβέρνηση της χώρας είχε τα χαρακτηριστικά της διαφθοράς και της αδίστακτης άσκησης της εξουσίας.
Η περίφημη “κωλοτούμπα” του 2015 δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά η αναπόφευκτη συνέπεια μιας πολιτικής που βασίστηκε στην άγνοια των διεθνών συσχετισμών και στην υποτίμηση των ευρωπαϊκών θεσμών. Ο παντελώς άχρηστος Τσίπρας πίστεψε ότι θα μπορούσε να εκβιάσει την Ευρώπη με την απειλή της δικής μας χρεοκοπίας, για να καταλήξει τελικά να εφαρμόσει μια πολιτική σκληρότερη από εκείνη που κατηγορούσε.
Επιπλέον, η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, παρά τα θετικά στοιχεία που της αποδίδουν ορισμένοι διεθνείς αναλυτές, εφαρμόστηκε χωρίς εσωτερική συναίνεση και σε πλήρη αντίθεση με το δημόσιο αίσθημα, οδηγώντας στη διάλυση του κυβερνητικού του εταίρου και στην περαιτέρω απομόνωση του.
Το χειρότερο απ΄ όλα ήταν στο κείμενο της συμφωνίας που δεν μπορεί να αλλάξει με τίποτα και από κανέναν, η Ελλάδα συμφώνησε στην εκχώρηση του εθνοτικού και γλωσσικού δικαιώματος των Σκοπιανών, κάτι που κανείς δεν είχε θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων από το 1991 και μετά!
Προσοχή στο δις… εξαπατείν!
Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εξουσίας μετά το 2019, σε συνδυασμό με την εμμονή σε μια στείρα αντιπολιτευτική τακτική, οδήγησε στις συντριπτικές ήττες του 2023.
Η κοινωνία, έχοντας πλέον την εμπειρία της διακυβέρνησης του Τσίπρα, απέρριψε την επιστροφή σε ένα παρελθόν γεμάτο αβεβαιότητα και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, αναγκάζοντας τον τελικά σε παραίτηση από την ηγεσία του κόμματος του. Όμως, με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, ο “άχαστος”… υπόσχεται νέες… συγκινήσεις στους πολίτες, αλλά με άλλο όνομα.
Η “επιστήμη” της απάτης που… δίδαξε ο ίδιος, αποτελεί ένα εξαιρετικό case study που πρέπει να διατηρείται “ζεστό” από τη Νέα Δημοκρατία μέχρι την ώρα που θα κλείσουν οι κάλπες! Ο ΣΥΡΙΖΑ που ξέραμε δεν υπάρχει, αλλά στη θέση του έχουμε την ΕΛ.Α.Σ., η οποία αποτελεί ένα “προϊόν” που απευθύνεται σε “κολλημένους” κομμουνιστογενείς, δημιουργώντας διαχωριστικές γραμμές.
Το ακροατήριο, στο οποίο στοχεύει ο Τσίπρας είναι περιορισμένο και δεν έχει τη δυναμική για να υπερβεί το ποσοστό των εκλογών που κατέγραψε το 2023. Ωστόσο, αυτό που προέχει είναι να μην “τσιμπήσουν” οι εχέφρονες πολίτες της χώρας και όσοι δεν έχουν ξεχάσει “τι εστί Τσίπρας”. Απλά, πρέπει να έχουν στο μυαλό τους ότι όταν μιλάμε για τον συγκεκριμένο πολιτικό σαλτιμπάγκο, ισχύει παραφρασμένο το αρχαίο ρητό “το δις εξαπατείν ουκ ανδρός τυχοδιώκτου”!

