Σημεία από τις τοποθετήσεις του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκου Μητσοτάκη σε στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Η κοινή μας ευθύνη για τη Μεσόγειο» με τη συμμετοχή του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Αντόνιο Ταγιάνι και του Υποψηφίου για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το Ε.Λ.Κ., κ. Μάνφρεντ Βέμπερ

– Για μία διακριτή μεσογειακή ατζέντα στην Ευρώπη

  • H Μεσόγειος και ειδικά το δικό μας τμήμα της Μεσογείου, η Ανατολική Μεσόγειος είναι συνυφασμένη με δύο κρίσεις που έπληξαν την Ε.Ε. την τελευταία δεκαετία. Η Μεσόγειος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του τεχνητού διαχωρισμού μεταξύ Βορρά και Νότου στην Ε.Ε. Ένας διαχωρισμός που τροφοδοτεί πολλά στερεότυπα και ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί αν θέλουμε να προχωρήσουμε υιοθετώντας ένα προοδευτικό ευρωπαϊκό σχέδιο.  Αυτό το οποίο είναι σημαντικό είναι να σπάσουμε το στερεότυπο ότι για κάποιο λόγο -που πολλοί αποδίδουν σε διαφορετικούς παράγοντες- οι μεσογειακές χώρες δεν μπορούν να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις. Ότι οι Νότιες χώρες έχουν κάποια εγγενή δυσκολία στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα καταστήσουν τις οικονομίες τους πιο ανταγωνιστικές. Σε αντίθεση με τις Βόρειες που έχουν ήδη σημειώσει πρόοδο σε αυτή την κατεύθυνση. Πιστεύω ότι αυτό το στερεότυπο πρέπει να σπάσει. Πρέπει να σπάσει στο εσωτερικό κάθε κράτους-μέλους. Για παράδειγμα, λίγοι γνωρίζουν πόσο βαθιές και επώδυνες μεταρρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί στην Ελλάδα. Μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν -αν αλλάξει η κυβέρνηση- να αναπτυχθεί η οικονομία, να υπερβεί τους ρυθμούς ανάπτυξης άλλων ευρωπαϊκών χωρών και να αναπτυχθεί με ρυθμό υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αλλά για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει πρώτα να διευθετήσουμε τα πολιτικά προβλήματα που υφίστανται. Ανέφερε ο Αντόνιο, πόσο προβληματική είναι η κατάσταση στην Ιταλία. Όμως, η υλοποίηση ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος εξαρτάται πρωτίστως από τα κράτη τα οποία χρειάζονται στήριξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
  • Σε ό,τι αφορά την ευρύτερη ατζέντα για τη Μεσόγειο, επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω δύο ζητήματα τα οποία είναι πολύ σημαντικά: Η Μεσόγειος ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής. Συμφωνώ με όσα είπε ο Αντόνιο για την ανάγκη να υιοθετήσουμε μία ενεργητική πολιτική προσέγγιση σε σχέση με την Αφρική. Είναι η Ήπειρος του μέλλοντος. Θα κατοικούν 2,5 δισ. άνθρωποι μέχρι το 2050. Πολλές χώρες αναπτύσσονται. Θα πρέπει να δούμε την Αφρική όχι μόνο σε συνάρτηση με τη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης αλλά και ως ευκαιρία. Και φυσικά, οι μεσογειακές χώρες θα πρέπει να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια.
  • Το δεύτερο ζήτημα στο οποίο θέλω να εστιάσω είναι η Μεσόγειος ως παράδειγμα βιώσιμης ανάπτυξης Και αυτό σχετίζεται με τη σημασία που αποδίδουμε στην καθαρή ενέργεια και την προστασία των θαλασσών. Χθες, είχα την ευκαιρία να μιλήσω για τη σημασία που έχει η πρωτοβουλία για μία Μεσόγειο απαλλαγμένη από το πλαστικό.
  • Θα πρέπει επίσης να δώσουμε έμφαση στην προώθηση της κοινής πολιτιστικής μας κληρονομιάς που είναι άλλωστε και το λίκνο του δυτικού πολιτισμού. Και είτε μιλάμε για την Ελλάδα, την Ιταλία ή την Ισπανία, η πολιτιστική κληρονομιά που διαμόρφωσε την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα καθορίστηκε ιστορικά από τα τεκταινόμενα που συνέβησαν σε αυτή την περιοχή του κόσμου.
  • Συνεπώς, εγώ βλέπω ότι υπάρχει προοπτική για να αναπτυχθεί μια ειδική, προοδευτική, μεσογειακή ατζέντα, που θα εστιάζει στα πραγματικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής μας.

– Για τη Διαχείριση του Προσφυγικού και Μεταναστευτικού προβλήματος

  • Σχετικά με τη μετανάστευση και τη φύλαξη των συνόρων: Όταν μιλάμε για αυτά τα θέματα, βασικά αναφερόμαστε στα θαλάσσια σύνορα της Μεσογείου. Και ιδίως η Ιταλία και η Ελλάδα είναι που αντιμετώπισαν τα μεγαλύτερα προβλήματα.  Και πρέπει να είμαστε πολύ ειλικρινείς και ξεκάθαροι απέναντι στους πολίτες. Μια προοδευτική στρατηγική σχετικά με την Αφρική πάει πακέτο με την αποτελεσματική προστασία των συνόρων μας. Αυτή απαιτεί αυξημένους πόρους, και εμείς ασκούμε πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Χρειάζεται καλύτερη κατανομή των βαρών με τους βόρειους γείτονές μας, οι οποίοι, ορισμένοι τουλάχιστον, στο παρελθόν ήταν μάλλον ευχαριστημένοι με την ιδέα να αφήσουν τις μεθοριακές χώρες της Μεσογείου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα μόνες τους. Κάτι που είναι άδικο και επίσης αντιστρατεύεται ευθέως την ιδέα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
  • Αν θέλουμε να προστατέψουμε αποτελεσματικά τα σύνορα μας, θα πρέπει αυτό να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ειδικά αν δείτε  την κατάσταση στην Ελλάδα, θα διαπιστώσετε ότι τα κράτη-μέλη χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους ώστε να προστατέψουμε τα σύνορα μας τα οποία είναι και σύνορα της Ευρώπης.  Συμφωνώ πλήρως με την πρόταση για ενίσχυση των δυνάμεων φύλαξης των συνόρων αλλά θα πρέπει να σημειωθεί πρόοδος και σε ό,τι αφορά την κοινή πολιτική ασύλου. Διότι τώρα αντιμετωπίζουμε μεγάλες δυσκολίες σε ό,τι αφορά την εξεύρεση ενός κοινού τόπου σε ζητήματα που αφορούν τις πολιτικές ασύλου. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στην ελληνική περίπτωση και να επαναλάβω αυτά που είπα και χθες. Η Ελλάδα έχει υιοθετήσει εξαιρετικά χρονοβόρες διαδικασίες για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου. Η νομοθεσία είναι εξαιρετικά περίπλοκη και προκαλεί μεγάλες καθυστερήσεις, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι όποιος κάνει αίτηση για άσυλο θα πρέπει να περιμένει περισσότερο από δύο χρόνια για να λάβει οριστική απάντηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον δεν έχουμε επιστροφές μεταναστών προς την Τουρκία. Επειδή οι αποφάσεις εκκρεμούν λόγω αυτής της μακράς διαδικασίας, προτείνουμε -μέχρι να διαμορφώσουμε μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου- να αλλάξουμε την ασκούμενη εσωτερική πολιτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα κατορθώσουμε να εφαρμόσουμε μία πραγματικά αποτελεσματική πολιτική στο εν λόγω ζήτημα, χωρίς μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για το άσυλο. Αλλά η προστασία των συνόρων και η ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού για αυτόν τον σκοπό είναι εκ των ων ουκ άνευ και υποστηρίζουμε απόλυτα τις προτάσεις που προωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

– Για τις οικονομικές προκλήσεις στις μεσογειακές χώρες

  • Το ΕΛΚ έχει ξεκάθαρη απάντηση στο ζήτημα της ανεργίας, και αυτή είναι η ανάπτυξη που θα φέρουν οι επενδύσεις. Το τονίζω αυτό επειδή μερικές χώρες επιχειρούν μια άλλη προσέγγιση.  Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, έχουμε μια κυβέρνηση προερχόμενη από την Αριστερά, η οποία ισχυρίζεται ότι μπορείς να υπερφορολογείς την παραγωγική μεσαία τάξη, να δημιουργείς τεράστια πλεονάσματα και να ανακυκλώνεις στη συνέχεια αυτά τα πλεονάσματα με χριστουγεννιάτικα δωράκια για να κρατάς την εκλογική σου πελατεία ευχαριστημένη.  Εμείς λέμε ότι δεν είναι αυτή η σωστή προσέγγιση για να αναπτυχθεί μια οικονομία. Και, αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτή είναι έστω μια αποτελεσματική κοινωνική πολιτική, εμείς τους λέμε ότι ο καλύτερος μηχανισμός καταπολέμησης της φτώχειας είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας, όχι η διανομή επιδομάτων που τους βοηθούν ίσα ίσα να επιβιώσουν, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν σχέσεις πολιτικής πατρωνίας, η οποία δυστυχώς έχει μεγάλη παράδοση στην Ελλάδα.
  • Επομένως, μιλάμε για ανάπτυξη μέσω επενδύσεων και μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα συστατικά της ανάπτυξης. Ειδικά στην Ελλάδα, δεν χρειαζόμαστε μία ανάπτυξη η οποία να τροφοδοτείται από την πιστωτική επέκταση και από την κατανάλωση. Γνωρίζουμε ότι, σε ό,τι αφορά το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ μας χωρίζει ένα τεράστιο χάσμα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Έχουμε, όμως, όπως και το ΕΛΚ, τη σωστή στρατηγική σε ό,τι αφορά την φορολογική μεταρρύθμιση, τη μείωση της γραφειοκρατίας και των διοικητικών εμποδίων. Έχουμε τη σωστή στρατηγική για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών χρηματοδότησης με αποτελεσματικό τρόπο, προκειμένου να εκμεταλλευτούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε χώρας. Η στρατηγική του EPP είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη δική μας προσέγγιση στο εσωτερικό της χώρας.
  • Το ΕΛΚ είναι το μόνο κόμμα που έχει ουσιαστικές προτάσεις για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τις προκλήσεις του μέλλοντος, την ψηφιακή επανάσταση, τις απαιτούμενες δεξιότητες, την επανεκπαίδευση των μεγαλύτερων εργαζομένων. Είναι το μόνο κόμμα που ασχολείται ουσιαστικά με τα εφόδια που χρειάζονται οι νέοι άνθρωποι και τις ευκαιρίες για να ζήσουν και να δουλέψουν όπου επιθυμούν. Και να μην είναι αναγκασμένοι να μεταναστεύσουν, όπως συνέβη με 500 χιλ. Έλληνες.
  • Σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε αναφορικά με την οικονομική ανάπτυξη, βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη καμπή, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Δεν έχουμε το περιθώριο να αναπτυσσόμαστε με 1 ή 2% ισχυριζόμενοι ότι αφήσαμε πίσω την κρίση. Χρειαζόμαστε πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο και με την κυβερνητική αλλαγή που πιστεύω ότι θα συμβεί τους επόμενους μήνες, μπορούμε να ξεκλειδώσουμε αυτή την ανάπτυξη. Και είμαστε αισιόδοξοι ότι, συνεργαζόμενοι με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπό την ηγεσία του Μάνφρεντ, θα αξιοποιήσουμε και την ευρωπαϊκή στήριξη για να επιτύχει το πολιτικό μας σχέδιο.

– Για το οικονομικό μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη και συγκεκριμένα για το αν απαιτείται προστατευτισμός ή περισσότερος ανταγωνισμός

  • Η απάντηση της Ευρώπης στις παγκόσμιες οικονομικές προκλήσεις είναι να βρούμε έναν ευρωπαϊκό δρόμο που θα μας τοποθετήσει σε μια διακριτή θέση σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Δεν νομίζω ότι πρέπει να αντιγράψουμε τις ΗΠΑ και ούτε όμως να ακολουθήσουμε το δρόμο της Κίνας. Έχουμε τις δικές μας μοναδικές αξίες οι οποίες καθορίζουν και τις πολιτικές μας.
  • Όσον αφορά το ζήτημα του ανταγωνισμού, που είναι μια κεντρική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μην μπούμε στον πειρασμό να δημιουργήσουμε εθνικούς πρωταθλητές, προκειμένου να παρακάμψουμε τους κανόνες ανταγωνισμού. Γιατί, αν το κάναμε αυτό, τελικά θα στρεφόμασταν εναντίον ενός διακριτού συγκριτικού πλεονεκτήματος μας.
  • Όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έχουμε να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση του μεγέθους. Οι επιχειρήσεις μας πρέπει να μεγαλώσουν, γιατί κάποιες από αυτές αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις μεγαλύτερες. Αυτό βέβαια είναι ζήτημα κυρίως εθνικών πολιτικών, το πώς δηλαδή θα δοθούν κίνητρα για συγχωνεύσεις, και το πώς θα εξηγήσουμε, ιδίως π.χ. σε ένα ιδιοκτήτη μικρής επιχείρησης στην Ιταλία ή στην Ελλάδα ότι θα βγει πιο κερδισμένος ως μικρός μέτοχος μιας μεγάλης εταιρείας παρά ως μεγάλος μέτοχος μιας μικρής εταιρείας.