Μαξίμου: Έρευνα του tilegrafimanews.gr Η δεύτερη θέση της ΕΛΑΣ, το εκλογικό δίλημμα που επιδιώκει να θέσει η κυβέρνηση, η πίεση στο ΠΑΣΟΚ και η δύσκολη επιχείρηση επαναπατρισμού των ψηφοφόρων στα δεξιά της ΝΔ
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Η πολιτική στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου ενόψει των εθνικών εκλογών του 2027 αποκτά πλέον σαφέστερα χαρακτηριστικά. Με βάση τα τελευταία δημοσκοπικά δεδομένα, τις δημόσιες παρεμβάσεις των κομμάτων και τις μετακινήσεις ψηφοφόρων, η κυβέρνηση φαίνεται να θεωρεί ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι σήμερα ο πιο πρόσφορος πολιτικός αντίπαλος για μια καθαρή προεκλογική σύγκρουση.
Όχι επειδή η Νέα Δημοκρατία υποτιμά το ΠΑΣΟΚ ή τους υπόλοιπους αντιπάλους της, αλλά επειδή η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού δημιουργεί ένα δίλημμα με σαφή αναγνωρισιμότητα: κυβερνητική συνέχεια και σταθερότητα ή επιστροφή σε ένα πολιτικό μοντέλο που η ΝΔ θεωρεί ήδη δοκιμασμένο.
Τα τελευταία στοιχεία δίνουν στο κυβερνητικό επιτελείο ισχυρό επιχείρημα. Στην τελευταία μέτρηση της Marc πριν από τη θερινή ανάπαυλα, η Νέα Δημοκρατία καταγράφηκε στο 30,8% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα στο 16,8% και το ΠΑΣΟΚ στο 11%. Στην πρόθεση ψήφου χωρίς αναγωγή, η ΝΔ βρέθηκε στο 27,3%, έναντι 14,8% της ΕΛΑΣ και 9,5% του ΠΑΣΟΚ.
Παράλληλα, σχεδόν εννέα στους δέκα σημερινούς ψηφοφόρους της ΝΔ δηλώνουν πολύ ή αρκετά βέβαιοι για την επιλογή τους. Πρόκειται για εύρημα που δείχνει ότι, παρά τη φθορά μιας πολυετούς διακυβέρνησης, ο κυβερνητικός πυρήνας παραμένει ισχυρότερος και περισσότερο συσπειρωμένος από εκείνον των βασικών αντιπάλων.
Από τη μάχη της δεύτερης θέσης στη μάχη της διακυβέρνησης
Αυτό ακριβώς αλλάζει και το είδος της αντιπαράθεσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 και έχει ξεκαθαρίσει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει μέχρι τότε την υλοποίηση του τετραετούς προγράμματός της. Παράλληλα, έχει συνδέσει τη φετινή ΔΕΘ με τον οικονομικό σχεδιασμό τόσο της επόμενης χρονιάς όσο και της επόμενης τετραετίας.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι ο αποτελεσματικότερος δρόμος προς μια νέα εντολή δεν περνά απλώς μέσα από τη σύγκριση ποσοστών, αλλά από τη σύγκριση αξιοπιστίας, κυβερνητικής εμπειρίας, οικονομικής συνέπειας και δυνατότητας διακυβέρνησης. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Πρωθυπουργού κινούνται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση.
Η δήλωση του Αλέξη Τσίπρα ότι η ΕΛΑΣ «στις δεύτερες εκλογές μπορεί να είναι πρώτο κόμμα» διευκολύνει αυτή την τακτική. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί πλέον να αυτοτοποθετηθεί όχι απλώς ως επικεφαλής μιας νέας αντιπολιτευτικής δύναμης, αλλά ως διεκδικητής της εξουσίας.
Έτσι, το Μαξίμου έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει σταδιακά τη δημόσια συζήτηση από το ερώτημα «ποιος θα είναι δεύτερος» στο πολύ πιο κρίσιμο ερώτημα «ποιος μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα».
Το μεγάλο στοίχημα του Κέντρου
Κρίσιμο πεδίο είναι το Κέντρο. Οι αναποφάσιστοι εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική δεξαμενή και στη μέτρηση της Marc εμφανίζονται ιδιαίτερα αυξημένοι μεταξύ των κεντρώων ψηφοφόρων. Την ίδια ώρα, περίπου ένας στους τρεις αναποφάσιστους προέρχεται από τη Νέα Δημοκρατία του 2023.
Για το Μαξίμου, η ενίσχυση Τσίπρα μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά σε πολίτες οι οποίοι έχουν απομακρυνθεί από τη ΝΔ εξαιτίας της ακρίβειας, της κυβερνητικής κόπωσης ή επιμέρους αστοχιών, αλλά δεν επιθυμούν επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού στην εξουσία.
Πρόκειται κυρίως για εκείνους τους μετριοπαθείς και κεντρώους ψηφοφόρους που το 2019 και το 2023 επέλεξαν τη Νέα Δημοκρατία ως δύναμη ευρωπαϊκής κανονικότητας, μεταρρυθμίσεων και πολιτικής σταθερότητας.
Η πίεση στο ΠΑΣΟΚ
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η πίεση προς το ΠΑΣΟΚ. Η Χαριλάου Τρικούπη δεν αντιμετωπίζεται ως αμελητέος αντίπαλος. Αντίθετα, αποτελεί κρίσιμο πεδίο για τη μάχη του Κέντρου.
Όσο όμως ο Αλέξης Τσίπρας παγιώνεται δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, τόσο η κυβέρνηση θα επιδιώκει να θέτει στο ΠΑΣΟΚ το ερώτημα των πιθανών μετεκλογικών συνεργασιών και της στρατηγικής του έναντι της ΕΛΑΣ.
Η κυβερνητική στόχευση είναι σαφής: να αποτραπεί η συγκρότηση ενός ενιαίου αντι-ΝΔ μετώπου και να εμπεδωθεί η εικόνα ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει ο μόνος αυτοτελής πόλος με σαφή χαρακτηριστικά κόμματος εξουσίας. Στην τελευταία Marc, άλλωστε, η απόσταση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ στην εκτίμηση ψήφου πλησιάζει τις 20 μονάδες. (CNN)
Η πιο δύσκολη μάχη βρίσκεται στα δεξιά
Το δυσκολότερο πρόβλημα βρίσκεται στα δεξιά της παράταξης. Η ΝΔ διατηρεί το 67,9% της εκλογικής της βάσης του 2023, ενώ μέρος των απωλειών της κατευθύνεται σε μικρότερα κόμματα δεξιότερα. Σχεδόν ένας στους δέκα παλαιούς ψηφοφόρους της παραμένει ακόμη αναποφάσιστος.
Η συζήτηση για ενδεχόμενη νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά αυξάνει την προσοχή του κυβερνητικού επιτελείου, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ακόμη ασφαλή δημοσκοπικά δεδομένα που να επιτρέπουν πρόβλεψη της πραγματικής εκλογικής επίδρασης ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Η απάντηση του Μαξίμου αναμένεται να είναι διπλή: περιορισμός νέων διαρροών με μεγαλύτερη έμφαση σε μεταναστευτικό, άμυνα, ασφάλεια και εθνικά ζητήματα, αλλά ταυτόχρονα διατήρηση της γέφυρας με το Κέντρο.
Το δυνατό χαρτί και ο κίνδυνος
Υπάρχει, βέβαια, και ένας κίνδυνος. Η υπερβολική εστίαση στον Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσε να τον ενισχύσει επικοινωνιακά ως τον μοναδικό πραγματικό αντίπαλο της κυβέρνησης.
Γι’ αυτό η στρατηγική δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην πόλωση. Η κυβέρνηση χρειάζεται μετρήσιμα αποτελέσματα στην οικονομία, στην ακρίβεια, στους μισθούς, στις υποδομές και στην καθημερινότητα. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει στην ανάγκη κοστολόγησης των πολιτικών υποσχέσεων και στην τήρηση των δημοσιονομικών ορίων. (Ο Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας) Οι πολιτικές αποφάσεις και οι προτάσεις όλων των κομμάτων περνούν τελικά από τη Βουλή των Ελλήνων.
Η εικόνα πριν από τη ΔΕΘ είναι συνεπώς περισσότερο σύνθετη από μία απλή μάχη προσώπων. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται καθαρά, αλλά βρίσκεται ακόμη μακριά από βέβαιη αυτοδυναμία. Ο Τσίπρας έχει εγκατασταθεί στη δεύτερη θέση στις τελευταίες μετρήσεις και επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη δυναμική σε προοπτική εξουσίας.
Η κυβερνητική εξίσωση είναι ξεκάθαρη: ανάδειξη του διλήμματος σταθερότητας, επανασυσπείρωση του Κέντρου, ανάκτηση μέρους των δεξιών ψηφοφόρων και συνεχής προβολή κυβερνητικού έργου.
Εφόσον αυτή η στρατηγική συνοδευτεί από βελτίωση της καθημερινότητας και ένα πειστικό οικονομικό πακέτο στη ΔΕΘ, το Μαξίμου έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι μπορεί να μετατρέψει τη σημερινή καθαρή δημοσκοπική πρωτιά σε ισχυρή νέα εντολή το 2027. Αν όχι, η σύγκρουση με τον Τσίπρα από μόνη της δεν θα αρκεί. Για αυτό και το φθινόπωρο θα είναι καθοριστικό: εκεί θα φανεί αν η κυβερνητική ατζέντα μπορεί να ξανακερδίσει πρωτοβουλία κινήσεων πριν η χώρα εισέλθει οριστικά σε προεκλογική τροχιά μετά τη Διεθνή Έκθεση.





