Βασίλης Τσακίρογλου

Στη θέση των παρουσιαστών της αναστημένης ΕΡΤ, καθένας θα ήταν συγκινημένος και για κανέναν δεν θα ήταν εύκολο να αντισταθεί στα ορμητικά συναισθήματα, στον ενθουσιασμό για την εργασιακή αποκατάστασή του, τη δικαίωση κ.ο.κ. Παραδόξως, όμως, η υποτίθεται ψυχρή και δημοσιοϋπαλληλική κρατική, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής της πορείας από το 1974 ως σήμερα, εκτέθηκε η ίδια στο τηλεοπτικό γυαλί με πλήθος ανθρώπινων στιγμών.

 

Πρωταγωνιστές, βέβαια, οι εκφωνητές των δελτίων ειδήσεων, στο πρόσωπο των οποίων αποτυπώθηκε επανειλημμένα το κλίμα των ημερών.

Σε μια εποχή προ της έλευσης της ιδιωτικής τηλεόρασης, το κοινό ήταν εν πολλοίς εξαρτημένο από τα δύο κανάλια της ΕΡΤ για την ενημέρωσή του. Και είναι βέβαιο ότι ελάχιστοι θα ξεχάσουν την αγωνία του Κώστα Χούντα όταν απηύθυνε, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, το ίδιο πάντα ερώτημα στους εκάστοτε ειδικούς που συμβουλευόταν για τη ραδιενέργεια και τις ολέθριες επιπτώσεις της στη δημόσια υγεία: «Δηλαδή, μπορούμε να δίνουμε γάλα στα παιδιά μας;». Ποιος θα τολμούσε να ασκήσει κριτική στον συμπαθή δημοσιογράφο και άνκορμαν για τη μεγάλη του ανησυχία; Το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, τον Απρίλιο του 1986, δεν είχε συγκλονίσει μόνο τον Κώστα Χούντα αλλά και την παγκόσμια κοινότητα.


Η Λιάνα Κανέλλη ποζάρει για τη «Ραδιοτηλεόραση» το 1977 με ριγέ πουκάμισο και τίτλο «Η γυναίκα-είδηση»


Ο ρεπορτέρ-σκιά του Ανδρέα

Λίγο πιο πίσω στον χρόνο, ο Σπύρος Χατζάρας, ένας άλλος δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης, έμοιαζε να μην καταβάλλει τον παραμικρό κόπο να κρύψει το πόσο συνεπαρμένος ήταν από τον θρίαμβο της «Αλλαγής». Αμέσως μετά την πανηγυρική ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, το 1981, ο Χατζάρας ταυτίστηκε, μάλλον ηθελημένα, με εκείνο το «εδώ και τώρα, Ανδρέα, ήρθε η ώρα». Εξάλλου, συχνά φαινόταν σαν να έχει καταφτάσει κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή στο στούντιο, απευθείας από κάποια εκδήλωση την οποία κάλυπτε ως ρεπόρτερ-σκιά του Ανδρέα Παπανδρέου. Σε πλήρη αντίθεση με τους ατσαλάκωτους και επιμελώς «κομβιομένους» προκατόχους του, ο Σπύρος Χατζάρας λάνσαρε ένα πολύ πιο χαλαρό, καθημερινό ενδυματολογικό στυλ, με αυθεντική ατημελησία και ασορτί ατίθαση κόμμωση.

Μολονότι τυχαίο, το συγκεκριμένο παράδειγμα προσφέρει μια πρώτης τάξεως αφορμή για τη νοερή επιστροφή σε μια εποχή κατά την οποία, για άλλη μια φορά, η δημόσια ελληνική τηλεόραση αναζητούσε απεγνωσμένα την ταυτότητά της.


Ο Σπύρος Χατζάρας, την εποχή που ήταν συνεπαρμένος με την Αλλαγή του Ανδρέα Παπανδρέου


Oι Κλαδικές

Η ισοπεδωτική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ, η πίεση των κλαδικών οργανώσεων και το πράσινο ρεύμα που, καλώς ή κακώς, γκρέμιζε κάθε ανάχωμα σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής της Ελλάδας δεν άφηνε περιθώρια στην ΕΡΤ να αναπτύξει κάποιον άλλο ρόλο εκτός του κυβερνητικού φερέφωνου. Προτού κερδίσει με συντριπτική διαφορά τις εκλογές του 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε την έμπνευση να διαμαρτύρεται, όσο πιο έντονα μπορούσε, για την ασφυκτική χειραγώγηση της τηλεόρασης από τη Νέα Δημοκρατία. Το 1977 ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ κατήγγελλε ότι «αυτό που γίνεται με την τηλεόραση είναι καθαρός ολοκληρωτισμός.


Ο Κώστας Χούντας το 1986, την εποχή του Τσέρνομπιλ, ρωτούσε εναγωνίως τους ειδικούς αν οι γονείς μπορούσαν να δίνουν γάλα στα παιδιά τους

Το πολυκομματικό μεταβάλλεται σε μονοκομματικό κράτος». Τα παράπονα του Παπανδρέου είχαν αναγκάσει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να απομακρύνει τον τότε γενικό διευθυντή της ΕΡΤ, τον Γιάννη Λάμψα, ο οποίος είχε γίνει κόκκινο πανί για το ΠΑΣΟΚ. Αλλά ακόμη και μετά τις εκλογές που έγιναν στο τέλος του 1977, ο Παπανδρέου επέμεινε στους ίδιους υψηλούς τόνους βάλλοντας κατά της κυβερνητικής προπαγάνδας μέσω τηλεοράσεως. Ωστόσο, η κάπως υπεροπτική απάντηση που λάμβανε ήταν ότι τα δελτία ειδήσεων έδιναν πολύ μεγάλο βάρος στο έργο της κυβέρνησης, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση παρήγε έργο, ενώ η αντιπολίτευση επιδιδόταν μόνο σε κριτικές και ανάξιες λόγου, κατά την κρίση του τότε υφυπουργού Τύπου Αθανάσιου Τσαλδάρη, αντεγκλήσεις.

Εν τω μεταξύ, το τηλεοπτικό κοινό είχε συνηθίσει σε φυσιογνωμίες όπως ο Τέρενς Κουίκ, η Λιάνα Κανέλλη, ο ηθοποιός Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, ο οποίος ήταν τόσο νέος την εποχή εκείνη ώστε προκειμένου να δείχνει πιο «έγκυρος» αναγκαζόταν να φορά δήθεν μυωπικά γυαλιά, ο Αντώνης Ζησιμάτος κ.ά. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που εμφανίζονταν στη μικρή οθόνη καθημερινά, εκφωνώντας τα δελτία ειδήσεων της δισυπόστατης, αλλά αποκλειστικά κρατικής τηλεόρασης.

 

Παλιοί και νέοι

Η σταθερότητα είναι ίδιον της παρουσίασης ειδήσεων σε όλο τον κόσμο, με τους ίδιους ανθρώπους να παραμένουν ακλόνητοι στην πολυθρόνα του δελτίου επί δεκαετίες. Ωστόσο, η ελληνική τηλεόραση δεν εφάρμοσε πιστά τον συγκεκριμένο, άγραφο κανόνα, εξ ου και πολλοί newscaster είχαν την ευκαιρία να εμφανιστούν μπροστά στην κάμερα. Ιδιαίτερα, δε, όταν συντελέστηκε η Αλλαγή, το κοινό είδε έναν ολόκληρο λόχο νέων παρουσιαστών να παρελαύνει στην οθόνη.


Η Ελλη Στάη το 1983 παρουσιάζει το δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ. Ηταν η ίδια που παρουσίασε τις ειδήσεις την 11η Ιουνίου του 2013, τη βραδά που έκλεισε η ΕΡΤ


Η Εύη Δεμίρη, η Αθηνά Ραπίτου, ο Νίκος Χασαπόπουλος, η Συλβάνα Ράπτη, ο Απόστολος Αποστολόπουλος και, βέβαια, η Ελλη Στάη ήταν μερικοί από τους δημοσιογράφους που συστήθηκαν μεν μέσω τηλεοράσεως, είχαν όμως έκτοτε σημαντική καριέρα στα ΜΜΕ.
Το ίδιο ισχύει όμως και για κάποιους παλαιότερους, όπως η Νίνα Βλάχου, η οποία παράλληλα ειδικεύτηκε και διέπρεψε στο κοσμικό ρεπορτάζ. Η Λιάνα Κανέλλη, υπήρξε η παρουσιάστρια του πρώτου έγχρωμου δελτίου ειδήσεων, στην αρχή του έτους 1979. Η δε Ελλη Στάη ήταν, ως γνωστόν, εκείνη που ένιωσε, κυριολεκτικά, το «μαύρο» να επελαύνει αμείλικτο και ακάθεκτο το βράδυ της 11ης Ιουνίου 2013. Απότομα, μάλλον άδοξα, αλλά σίγουρα με τρόπο που δεν μπορεί να σβηστεί από τη μνήμη, το αιφνιδιαστικό κλείσιμο της ΕΡΤ έβαλε τέλος στη δεύτερη θητεία της Στάη στην κρατική τηλεόραση.

 

Κέλλυ Σακάκου

Η πινακοθήκη με τους εκφωνητές ειδήσεων της ΕΡΤ δεν έπαψε να εμπλουτίζεται τα επόμενα χρόνια, με πρόσωπα όπως η Μαρία Χούκλη, η Νανά Δούκα, η Τατιάνα Στεφανίδου, η Σοφία Τσιλιγιάννη, ο Σωτήρης Ξενάκης, η Ελισάβετ Φιλιππούλη, η Λίνα Κλείτου, ο Προκόπης Δούκας, η Ρίτσα Μπιζόγλη κ.ά.


Η προπαγάνδα πέφτει σαν το χαλάζι

Η επαναλειτουργία της ΕΡΤ επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι άλλο ένα επεισόδιο στη μεγάλη περιπέτειά της ως κρατικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Και ενώ τα πρόσωπα στις θέσεις της ανώτατης διοίκησης ή στην παρουσίαση των δελτίων ειδήσεων μπορεί να εναλλάσσονται, το ζήτημα της ανεξαρτησίας έκφρασης παραμένει: από τις πρώτες κιόλας ώρες εκπομπής της και της παλινόρθωσης του λογότυπου «ΕΡΤ» στην οθόνη, η Νέα Δημοκρατία κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εφαρμόζει την ίδια «μονοφωνική» τακτική, την ίδια προπαγανδιστική λογική.
Η συζήτηση αυτή παραμένει απαράλλαχτη από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, από το 1975, τότε που ο Τάκης Λαμπρίας, υπό την ιδιότητά του ως υπουργού παρά τω πρωθυπουργώ και υπεύθυνου για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αναρωτιόταν για το πόσο αποτελεσματική είναι η χειραγώγηση των συνειδήσεων του λαού μέσω μιας προπαγανδιστικού τύπου τηλεόρασης: «Τι επέτυχε η πλήρως υποτεταγμένη τηλεόρασις κατά την επταετίαν; Διέπλασε δούλον λαόν;

 

Αντιθέτως. Εβλεπαν τον Παττακό με το μυστρί και αγανακτούσαν… Δεν έχει η τηλεόρασις αυτήν την φοβεράν διαπλαστικήν δύναμιν την οποίαν τόσον επιπολαίως της αποδίδομεν». Η άποψη του Λαμπρία μπορούσε να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, το γεγονός είναι όμως ότι οι εκάστοτε κρατούντες κατά κανόνα δίστασαν να παραχωρήσουν ελευθερία κινήσεων στην ΕΡΤ – και όχι απεριόριστη, αλλά ούτε καν σχετική.

Καθ’ οδόν, δε, παρουσιάζονταν διάφορα κωμικά και τραγικά κρούσματα υπερβολικής προσκόλλησης στο δόγμα της διαμόρφωσης συγκεκριμένων αντιλήψεων – και, φυσικά, της συνακόλουθης υποτίμησης της νοημοσύνης του κοινού. Στις 17 Νοεμβρίου 1976, ανήμερα της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και σε χρονική απόσταση μόλις τριών ετών από το γεγονός, η ΕΡΤ είχε προγραμματίσει την προβολή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.

Προφανώς οι υπεύθυνοι είχαν κρίνει ότι το ματς Ιταλίας – Αγγλίας είχε μεγαλύτερη σημασία για τους Ελληνες και την ιστορική τους μνήμη από μια πορεία-διαδήλωση. Προς τιμήν του, ο Γιάννης Διακογιάννης αρνήθηκε να κάνει την περιγραφή.

 

Αλλά και αρκετά αργότερα, το 1983-84 και επί ΠΑΣΟΚ πλέον, υπήρξε ο τραγέλαφος του «Καμάκια-gate» ή του «Νίκος Αλευράς-gate»: στην πρώτη περίπτωση ο Μένιος Κουτσόγιωργας απαίτησε την άμεση διακοπή μιας δημοσιογραφικής έρευνας που ανέτεμνε το φαινόμενο των «καμακιών», δηλαδή τους ερωτύλους Ελληνες καρδιοκατακτητές που παρεπιδημούσαν σε τουριστικώς πολυσύχναστα σημεία της επικράτειας και χτυπούσαν αλύπητα την αλλοδαπή γυναικεία σάρκα με μόνο σκοπό τη σεξουαλική συνεύρεση.

Στο δεύτερο συμβάν, μάλλον κατ’ εντολή μιας έξαλλης κυρίας πρωθυπουργού, έπεσε μαύρο στην εικόνα της ΕΡΤ, η οποία κάποιο σαββατιάτικο βράδυ του 1984 είχε τη φαεινή ιδέα να προβάλει το φιλμ «Οι σφαίρες πέφτουν σαν το χαλάζι», μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ταινία, πειραματική και με ψυχαναλυτικούς συμβολισμούς, σκηνοθεσίας Νίκου Αλευρά. Αντί για τον προβληματισμό του καλλιτέχνη που εμφανιζόταν ο ίδιος να παριστάνει το βρέφος και να δέχεται τη φροντίδα της μητρός του που πασπάλιζε με ταλκ τα αχαμνά του, η Μάργκαρετ είδε μόνο έναν γενειοφόρο μαντράχαλο να μωρουδίζει. Το σχετικό τηλεφώνημα ήταν άμεσο και αμείλικτο, επιβεβαιώνοντας ότι η ΕΡΤ, ακόμη και στα χρόνια της Αλλαγής, όφειλε να μην παρεκτρέπεται, ηθικά και πολιτικά. Διότι, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, η εξουσία θα της υπενθύμιζε τον ρόλο της με το προσήκον κατσάδιασμα, το ξήλωμα της διοίκησης κ.λπ.

 


Σχέδια επί χάρτου

Ο Αντώνης Σαμαράς το 2015 δεν ήταν ο πρώτος που εξανέστη με τον, απροκάλυπτα κατά την άποψη του ίδιου και της παράταξής του, προπαγανδιστικό ρόλο της ΕΡΤ. Οπως υπενθυμίζει ο Παύλος Τσίμας στο βιβλίο του «Ο φερετζές και το πηλήκιο» (εκδ. Μεταίχμιο), τον Μάιο του 1984 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, αποκαλούσε την ΕΡΤ «φασιστική τηλεόραση του ΠΑΣΟΚ».

Εκείνη την περίοδο η Ν.Δ. διοργάνωνε ακόμη και συλλαλητήρια, σε μια προσπάθεια ευαισθητοποίησης του λαού κατά των ολοκληρωτικών μεθόδων που εφάρμοζε στην κρατική ραδιοτηλεόραση η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ακόμη και η Λιάνα Κανέλλη είχε εξεγερθεί, εισβάλλοντας μαζί με ένα διαμαρτυρόμενο πλήθος -και οπαδούς του ΚΟΔΗΣΟ- στο Ραδιομέγαρο, ζητώντας τον σεβασμό στην ελευθερία του Τύπου.

 

Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι ότι οι προοδευτικές ιδέες, ο εκδημοκρατισμός της ραδιοτηλεόρασης κ.λπ., μαζί με ορισμένες εμπνευσμένες επιλογές προσώπων, αποτύγχαναν σταθερά να επηρεάσουν την ουσία του τελικού ενημερωτικού προϊόντος που πρόσφερε η ΕΡΤ.

Ηδη από το 1974, η ελληνική κυβέρνηση προσκάλεσε τον Βρετανό Χιου Γκριν, μια αυθεντία στον χώρο των ΜΜΕ, στον οποίον ανέθεσε την εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την οργάνωση της κρατικής ραδιοτηλεόρασης. Οταν ο Γκριν κατέθεσε την εργασία του, ήταν σαφές ότι είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ανεξαρτησία του οργανισμού από την εκτελεστική εξουσία. Οπως ήταν αναμενόμενο, οι Ελληνες ευχαρίστησαν τον Γκριν και αγνόησαν εντελώς την ουσία της εισήγησής του. Βλέποντας τον νόμο του 1975 που υποτίθεται ότι προέκυψε από το δικό του σχέδιο, ο Χιου Γκριν σχολίασε ότι «δεν εκφράζει ούτε το 50% όσων εισηγήθηκα».

 


Και παραιτήσεις

Κάτι παρόμοιο συνέβη και με το σχέδιο του Γιώργου Ρωμαίου, στον οποίον ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναθέσει την αναδιάρθρωση της ΕΡΤ. Ο εξαίρετος και πολύπειρος δημοσιογράφος κατέληξε να υποβάλει την παραίτησή του, χωρίς να καταφέρει να δει τις ιδέες του να υλοποιούνται, έστω και εν μέρει. Οπότε, όπως έδειξε η ίδια η ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, με κάποιον τρόπο πάντα δικαιώνεται η μνημειώδης ρήση του μέγα Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος, ως διευθυντής ραδιοφώνου, έδινε τη δική του μάχη με το τέρας της προπαγανδιστικής λογικής, της καθοδήγησης της κοινής γνώμης και της λογοκρισίας: «Η βλακεία και η ανικανότητα αποτελεί πια πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης». Το στοίχημα της άρτι αναγεννηθείσας ΕΡΤ είναι να τον διαψεύσει.