Τραμπ–Νετανιάχου: Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προσέρχεται στον Λευκό Οίκο πολιτικά αποδυναμωμένος, ζητώντας εγγυήσεις για την ασφάλεια του Ισραήλ – Οι διαφορετικές επιδιώξεις των δύο ηγετών και τα σενάρια της επόμενης ημέρας
Ρεπορτάζ: Γιώργος Θεοχάρης
Η νέα συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στην Ουάσινγκτον δεν θυμίζει τις προηγούμενες θερμές επαφές των δύο ηγετών. Πίσω από τις δημόσιες διαβεβαιώσεις για την ισχυρή συμμαχία Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, έχουν διαμορφωθεί σοβαρές διαφωνίες για το Ιράν, τον Λίβανο, την Τουρκία και τη συνολική στρατηγική στη Μέση Ανατολή.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φθάνει στην αμερικανική πρωτεύουσα επιδιώκοντας να αποκαταστήσει την προσωπική του επιρροή στον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ, αντίθετα, εμφανίζεται αποφασισμένος να περιορίσει τις ανοιχτές στρατιωτικές συγκρούσεις και να παρουσιάσει διπλωματικές επιτυχίες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο tilegrafimanews.gr παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις εξειδικευμένων γεωστρατηγικών αναλυτών για όσα μπορεί να ακολουθήσουν. Η κοινή τους διαπίστωση είναι ότι η προσωπική σχέση Τραμπ–Νετανιάχου παραμένει σημαντική, αλλά δεν αρκεί πλέον για να καλύψει τις διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ.
Το Ιράν στο επίκεντρο της σύγκρουσης
Ο Νετανιάχου αναμένεται να παρουσιάσει στον Αμερικανό πρόεδρο νέα στοιχεία των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών για την ανασυγκρότηση του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν. Βασικός του στόχος είναι να αποτρέψει μια συμφωνία που, κατά την ισραηλινή εκτίμηση, θα προσφέρει χρόνο και οικονομική ανάσα στην Τεχεράνη.
Ο Τραμπ, όμως, εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτικός απέναντι σε μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση. Η παράταση του πολέμου, το οικονομικό κόστος και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενισχύουν την επιθυμία του για αποκλιμάκωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει την πίεση προς το Ιράν. Σημαίνει, όμως, ότι ο Λευκός Οίκος θέλει να διατηρεί τον έλεγχο των αποφάσεων και να μην παρασύρεται σε πολεμικές επιχειρήσεις χωρίς σαφές τέλος. Η συνάντηση πραγματοποιείται ακριβώς σε αυτή την κρίσιμη καμπή, με τις δύο πλευρές να συμφωνούν ως προς την απειλή, αλλά να διαφωνούν ως προς τον τρόπο αντιμετώπισής της.
Η ανοιχτή πληγή του Λιβάνου
Δεύτερο μεγάλο σημείο τριβής αποτελούν οι επιχειρήσεις του Ισραήλ στον Λίβανο. Η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει τον περιορισμό των επιθέσεων και την προώθηση μιας συμφωνίας που θα μειώσει τη στρατιωτική παρουσία της Χεζμπολάχ κοντά στα ισραηλινά σύνορα.
Ο Νετανιάχου υποστηρίζει ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να αποχωρήσει χωρίς συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφαλείας. Φοβάται ότι η Χεζμπολάχ θα αξιοποιήσει οποιαδήποτε εκεχειρία για να ανασυνταχθεί, να επανεξοπλιστεί και να δημιουργήσει εκ νέου απειλή για τις βόρειες περιοχές της χώρας.
Ο Τραμπ ενδιαφέρεται περισσότερο για μια περιφερειακή διευθέτηση που θα του επιτρέψει να εμφανιστεί ως ειρηνοποιός. Ο Νετανιάχου, αντίθετα, δίνει προτεραιότητα στην εξουδετέρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των αντιπάλων του, ακόμη και αν αυτό παρατείνει τις επιχειρήσεις.
Τα τουρκικά F-35 προκαλούν ανησυχία
Η πιθανότητα πώλησης μαχητικών F-35 στην Τουρκία έχει εξελιχθεί σε ακόμη μία σοβαρή διαφωνία. Η ισραηλινή ηγεσία φοβάται ότι η επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα θα περιορίσει το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ.
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την Τουρκία ως απαραίτητο σύμμαχο του ΝΑΤΟ και κρίσιμο συνομιλητή για τη Συρία, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή. Για τον Νετανιάχου, όμως, η ενίσχυση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της έντονης περιφερειακής αντιπαράθεσης και της επιδείνωσης των σχέσεων με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Σύμφωνα με γεωστρατηγικές εκτιμήσεις, το Ισραήλ θα επιδιώξει αντισταθμιστικές εγγυήσεις: νέα οπλικά συστήματα, αναβαθμίσεις για τα ισραηλινά F-35 και διαβεβαιώσεις ότι η Τουρκία δεν θα αποκτήσει πρόσβαση σε ευαίσθητες τεχνολογίες.
Η αποτυχία του Νετανιάχου να αποτρέψει μέχρι στιγμής τον διάλογο Ουάσινγκτον–Άγκυρας αποτελεί ένδειξη ότι η επιρροή του στον Τραμπ δεν είναι πλέον απόλυτη.
Η Σαουδική Αραβία και το πυρηνικό ζήτημα
Στο τραπέζι βρίσκεται και η πιθανή συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι μια μεγάλη συμφωνία με το Ριάντ μπορεί να οδηγήσει σε διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ και σε εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ.
Το Τελ Αβίβ, όμως, ζητεί αυστηρές ασφαλιστικές δικλίδες, φοβούμενο ότι η ανάπτυξη πυρηνικών υποδομών στη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε μελλοντικά να προκαλέσει περιφερειακή κούρσα εξοπλισμών.
Ο Νετανιάχου αναμένεται να επιδιώξει εγγυήσεις ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν θα υπονομεύσει τη στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ. Παράλληλα, θα προσπαθήσει να συνδέσει την ισραηλινοσαουδαραβική προσέγγιση με αυστηρότερους περιορισμούς απέναντι στο Ιράν.
Η εκλογική μάχη του Νετανιάχου
Η συνάντηση έχει και έντονη εσωτερική πολιτική διάσταση. Ο Νετανιάχου οδεύει προς τις εκλογές του Οκτωβρίου χωρίς να διαθέτει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες ενδείξεις, εξασφαλισμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Μια δημόσια εικόνα ενότητας με τον Τραμπ θα μπορούσε να ενισχύσει το προφίλ του ως ηγέτη που διατηρεί προνομιακή πρόσβαση στον ισχυρότερο σύμμαχο του Ισραήλ. Αντίθετα, μια ψυχρή συνάντηση ή η αδυναμία εξασφάλισης αμερικανικών δεσμεύσεων θα αξιοποιηθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι θα θέσει όλα τα ανοιχτά ζητήματα, με πρώτο το Ιράν, παρουσιάζοντας την ασφάλεια του Ισραήλ ως βασική προτεραιότητα της επίσκεψης. Η επίσημη ισραηλινή θέση καταγράφεται στις ανακοινώσεις της κυβέρνησης του Ισραήλ.
Τι μέλλει γενέσθαι
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι δεν θα υπάρξει δημόσια ρήξη. Οι δύο ηγέτες έχουν ισχυρό πολιτικό συμφέρον να διατηρήσουν την εικόνα της στρατηγικής συμμαχίας. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, όμως, αναμένεται σκληρή διαπραγμάτευση.
Ο πιθανότερος συμβιβασμός προβλέπει αμερικανικές εγγυήσεις για τη στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ, περιορισμένη αλλά όχι πλήρη ισραηλινή αποκλιμάκωση στον Λίβανο και συνέχιση της πίεσης προς το Ιράν χωρίς άμεση έναρξη νέου γενικευμένου πολέμου.
Η συνάντηση δεν θα κρίνει μόνο το μέλλον των σχέσεων Τραμπ–Νετανιάχου. Θα αποκαλύψει ποιος καθορίζει πλέον τη στρατηγική της Δύσης στη Μέση Ανατολή και μέχρι ποιο σημείο το Ισραήλ μπορεί να επηρεάζει τις νέες αμερικανικές συμμαχίες με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία.




