Ανακαλείται η από 12.12.2019 Κοινή Υπουργική Απόφαση υπαγωγής δικαιούχων στο σχετικό πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας, όπως ανακοίνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας.

Ο κ. Πέτσας κάλεσε τους εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων για τα θέματα Τύπου τη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019, στις 11:30 πμ στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης προκειμένου να εκφράσουν, αν το επιθυμούν, τις προτάσεις τους».

Ο κ. Πέτσας δήλωσε πως «με έκπληξη διάβασα την ανακοίνωση του νυν Εκπροσώπου Τύπου και του πρώην αρμόδιου Υφυπουργού της προηγούμενης Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, σχετικά με το πρόγραμμα ενίσχυσης των επιχειρήσεων έκδοσης εφημερίδων πανελλήνιας κυκλοφορίας.

Και αυτό γιατί η Κοινή Υπουργική Απόφαση (υπ’ αριθμ. 338/12.12.2019) εφαρμόζει πλήρως όσα ψήφισε και υπέγραψε ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση (σχετ. άρθ. 51 του ν. 4609/2019/ΦΕΚ 67/Α’ και παρ. 7 της υπ’ αριθμ. 107/18.06.2019/ΦΕΚ 2355/Β’ ΚΥΑ)”.

Συμπλήρωσε πως “επειδή, όμως, φαίνεται ότι κάποιοι «ξέχασαν» τι υπέγραψαν και αλλάζουν γνώμη για αυτό που οι ίδιοι πρότειναν και ψήφισαν” ανακαλείται η απόφαση.

Με την απόφαση, η οποία εν τέλει ανεκλήθη, ενισχύονταν συνολικά με 7 εκατ. ευρώ 36 εφημερίδες πανελλαδικής εμβέλειας, των οποίων η συνολική κυκλοφορία φθάνει περίπου τα 500.000 φύλλα.

Και ήταν πραγματικά απορίας άξιο πώς μια εφημερίδα με 400 εργαζόμενους εισέπραττε το ίδιο ποσό (200.000 ευρώ) με μια εφημερίδα εξαιρετικά χαμηλής κυκλοφορίας με μόλις 2 εργαζόμενους!

Και κατέληγε να είναι και προκλητικό να λαμβάνουν κρατική επιχορήγηση και μάλιστα τέτοιου ύψους εφημερίδες που πωλούν μόνο μερικές δεκάδες ή έστω εκατοντάδες φύλλα και απασχολούν αριθμό εργαζομένων που μετράται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Νωρίτερα, ο Εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Χαρίτσης χαρακτήριζε άκρως προκλητική την ενέργεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη να παρέχει δημόσιο χρήμα στην εφημερίδα «Μακελειό», μια φυλλάδα που βρίθει ακροδεξιών, ρατσιστικών και πολλές φορές ανοιχτά φιλοχουντικών απόψεων», τονίζει ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλ. Χαρίτσης.

ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΣΥΡΙΖΑΙΟΙ

Η επίμαχη απόφαση, η οποία γίνεται τώρα αντικείμενο αντιπαράθεσης, εκδόθηκε με βάση τον νόμο 4609/2019 που ψήφισε την περασμένη άνοιξη η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, προβλέποντας οριζόντια ενίσχυση ανεξαρτήτως αριθμού εργαζομένων του κάθε εντύπου και χωρίς καθορισμό άλλου κριτηρίου, όπως π.χ. η κυκλοφορία, που να διαφοροποιεί τις εκδοτικές επιχειρήσεις.

Τις παραμονές, μάλιστα, των βουλευτικών εκλογών εκδόθηκε και σχετική υπουργική απόφαση με την υπογραφή του κ. Κρέτσου και έδινε το έναυσμα για την υποβολή αιτήσεων από τους ενδιαφερόμενους.

Το ζήτημα παρέμεινε σε εκκρεμότητα και η νέα κυβέρνηση, αντί να αναθεωρήσει πλήρως τη νομοθετική διάταξη, συνέχισε το λάθος των προκατόχων της. Στην τροποποίηση της απόφασης που έκανε ο κ. Πέτσας, περιορίστηκε να καταργήσει τον αποκλεισμό που υπήρχε για όσες επιχειρήσεις δεν διέθεταν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα ή είχαν χρέη προς εργαζομένους. Όρισε ότι τα δικαιούμενα ποσά θα πηγαίνουν στις οφειλές, αλλά διατήρησε την καταβολή ίσων ποσών είτε μια επιχείρηση είχε έναν εργαζόμενο είτε εκατοντάδες, προκαλώντας πολλές απορίες για τη συντήρηση της ισοπεδωτικής αυτής τακτικής.

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Λ. ΚΡΕΤΣΟΥ

Στην ανακοίνωσή του ο Λευτέρης Κρέτσος αναφέρει ότι “η χθεσινή υπουργική απόφαση, που υπογράφουν ο υπουργός Οικονομικών Χ. Σταϊκούρας, ο υφυπουργός Οικονομικών Θ. Σκυλακάκης, και ο υφυπουργός στον πρωθυπουργό Σ. Πέτσας, προβλέπει ότι οι Έλληνες φορολογούμενοι θα ενισχύσουν οικονομικά όχι μόνο το Μακελειό, αλλά και εφημερίδες για τις οποίες δεν έχει εξακριβωθεί από τις αρμόδιες αρχές αν πληρώνουν τους εργαζόμενους, όπως απαιτούν οι κείμενες διατάξεις του εργατικού και ασφαλιστικού δικαίου”.

Εξηγεί ότι “για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους δίνονται χρήματα από τα ταμεία του δημοσίου ως επιχορήγηση, και οι επιχειρήσεις που επιχορηγούνται δεν υποχρεούνται να προσκομίζουν ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, προϋπόθεση που εξασφαλίζει πρωτίστως τα συμφέροντα του Δημοσίου”.

“Με ποια επίσης λογική και ποιο αίσθημα δικαιοσύνης, μια εφημερίδα που απασχολεί έναν εργαζόμενο θα εισπράξει το ίδιο ανώτατο ποσό των 200.000 με μια εφημερίδα που απασχολεί 300 εργαζόμενους, ενώ μια εφημερίδα με 4 εργαζόμενους θα λάβει 36.000; Δεν διάβασαν τι υπέγραψαν; Οφείλουν εξηγήσεις”.