: Στις 17 Ιουλίου οι αποφάσεις – Τι θα ζητήσει ο Μητσοτάκης.
Στις 17 Ιουλίου ξεκινά στις Βρυξέλλες μια από τις κρισιμότερες , όπου οι ηγέτες των 27 κρατών μελών θα συναντηθούν δια ζώσης ξανά έπειτα από πέντε μήνες προκειμένου να λάβουν τις τελικές αποφάσεις για το Ταμείο Ανάκαμψης.

Τα περιθώρια έχουν στενέψει, καθώς όπως δημοσιεύει το iefimerida.gr, οι ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη ύφεση με τις αβεβαιότητες να παραμένουν σε μεγάλο βαθμό και όλοι αντιλαμβάνονται ότι η συμφωνία είναι μονόδρομος. Η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, φρόντισε να το καταστήσει σαφές στην σύνοδο της 19ης Ιουνίου, που πραγματοποιήθηκε με τηλεδιάσκεψη.

«Η οικονομία της ΕΕ βιώνει μια δραματική πτώση και οι πλήρεις επιπτώσεις της χειρότερης οικονομικής κάμψης της ΕΕ δεν έχουν ακόμα αποτυπωθεί στην αγορά εργασίας και ότι η ανεργία στην ευρωζώνη μπορεί να φθάσει στο 10%», δήλωσε στους συμμετέχοντες, τονίζοντας το μέγεθος του κινδύνου.

Παρόλα αυτά η διαπραγμάτευση δεν θα είναι εύκολη, όπως διαφαίνεται από τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που είναι σε πλήρη εξέλιξη. Τις τελευταίες εβδομάδες οι επαφές του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με τους ηγέτες των κρατών μελών, αλλά και τα τηλεφωνήματα στις πρωτεύουσες μαρτυρούν ότι γίνεται προσπάθεια να μπει νερό στο κρασί της αρχικής πρότασης προκειμένου να επιτευχθεί ο πολυπόθητος συμβιβασμός.

Τι θα θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων ο Μητσοτάκης

Όσον αφορά την Ελλάδα, η αρχική πρόταση για τον τρόπο κατανομής των 750 δις ευρώ αφήνει ιδιαίτερα ικανοποιημένη την Αθήνα καθώς το συνολικό ποσό που δικαιούται η χώρα μας φτάνει τα 32 δις ευρώ. Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ξεκάθαρη από την αρχή:

Το συνολικό πρόγραμμα να είναι μεγάλο και φιλόδοξο, ευέλικτο, να βασίζεται περισσότερο σε επιχορηγήσεις και λιγότερο σε δάνεια και να χρηματοδοτηθεί από κοινό δανεισμό. Το αρχικό πλαίσιο καλύπτει τις ελληνικές θέσεις, ωστόσο παραμένουν σε εκκρεμότητα πολύ σημαντικά ζητήματα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ζητώντας μέρος των χρημάτων που θα δοθούν με την μορφή επιδοτήσεων στην χώρα μας .

Το επιχείρημα είναι ότι για χώρες όπως η Ελλάδα είναι βασικό αναπτυξιακό και επενδυτικό εργαλείο η συγκεκριμένη πολιτική και μπορεί να περιλαμβάνεται στα κριτήρια διάθεσης των ευρωπαϊκών εργαλείων. Ενισχυτικό της θέσης αυτής είναι το γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο του ΟΑΣΑ σε επίπεδο φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, καθώς το 2019 έφταναν στο 41% και στόχος της κυβέρνησης είναι να φτάσουν στο 36%.