Το τελευταίο δεκαήμερο του τρέχοντος μηνός, αναμένεται η εκκίνηση της διαδικασίας διαβούλευσης για τον καθορισμό του νέου κατώτατου μισθού.

Οι αποφάσεις, όμως, της κυβέρνησης θα ληφθούν τέλος Ιουνίου, έτσι ώστε ο νέος κατώτατος μισθός να ισχύσει από τον Ιούλιο. Κρίσιμος παράγοντας για τις κυβερνητικές αποφάσεις θα είναι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2019, τελική εικόνα για τον οποίο θα υπάρχει τον Μάρτιο.

Και αυτό γιατί το θεσμικό πλαίσιο καθορισμού του εν λόγω μισθού επιβάλλει να ληφθεί υπόψη «η κατάσταση της οικονομίας», ενώ το προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ προβλέπει πως η αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι διπλάσια του ρυθμού ανάπτυξης.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά τη σχετική συνεδρίαση στη Βουλή, δήλωσε πως ισχύει στο ακέραιο η δέσμευσή του για αύξηση του κατώτατου μισθού που θα συνδέεται με το ΑΕΠ.

Αλλά και ο Απρίλιος θα είναι κρίσιμος σε σχέση με το «μέτωπο» του κατώτατου μισθού, καθώς τότε θα πρέπει να συμφωνηθεί το νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Πολιτικής για την περίοδο 2020-2023, το οποίο θα πρέπει να λάβει υπόψη τις συνέπειες της αύξησης του κατώτατου μισθού στην οικονομία αλλά και στα έσοδα στα Ταμεία και την Εφορία.

Σε σχέση, πάντως, με τις συνέπειες της προηγούμενης αύξησης του κατώτατου μισθού, αναμένεται η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και της Κομισιόν, την οποία πρέπει να λάβει υπόψη η κυβέρνηση για τις μελλοντικές αποφάσεις της.

Στο νέο Μεσοπρόθεσμο, επίσης, αναμένεται να αποτυπώνεται πιο συγκεκριμένα ο ρυθμός υλοποίησης της κυβερνητικής δέσμευσης για μείωση των εισφορών επί της μισθωτής απασχόλησης κατά 5 μονάδες κατά την ίδια 4ετία, ο οποίος έμμεσα σχετίζεται και με τις προθέσεις της κυβέρνησης για την εξέλιξη του κατώτατου μισθού.

Μία μείωση των εισφορών, και πιο συγκεκριμένα των εργατικών (πέραν των εργοδοτικών), θα οδηγούσε σε αύξηση του καθαρού μισθού.

Είναι γι’ αυτό που εργοδοτικοί κύκλοι υποστηρίζουν (χωρίς αυτό να αποκλείεται από στελέχη της κυβέρνησης) την αύξηση, ενδεχομένως, μόνο του καθαρού μισθού, μέσω μίας μείωσης των εργατικών εισφορών, και όχι του μικτού, προκειμένου να αποτραπεί μία αύξηση των καταβλητέων εργοδοτικών εισφορών.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σχετική διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από τον τρέχοντα μήνα και να ολοκληρωθεί «εντός του τελευταίου δεκαπενθημέρου του μηνός Ιουνίου», όπως προβλέπει η σχετική διάταξη.

Οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν τότε (δηλαδή σε 4 μήνες από σήμερα) από το Υπουργικό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη «Σχέδιο του Πορίσματος Διαβούλευσης» το οποίο θα συντάξει, έως τέλος Μαΐου, «Επιτροπή Συντονισμού» με εμπειρογνώμονες από τα Υπουργεία Εργασίας, Οικονομικών και Ανάπτυξης.

Το πόρισμα αυτό θα περιλαμβάνει τις προτάσεις των κοινωνικών εταίρων (ΣΕΒ, ΓΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ) αλλά και του ΟΜΕΔ, του ΚΕΠΕ, του ΙΟΒΕ, την ΕΛΣΤΑΤ, του ΟΑΕΔ και των επιστημονικών ινστιτούτων των οργανώσεων των κοινωνικών εταίρων (π.χ. ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ΙΜΕ-ΓΣΒΕΕ κ.λπ.).