“Δυτικοί” σημαίνει: ΟΥΤΕ “Ταλιμπάν”, ΟΥΤΕ “γιουσουφάκια”!
Του Θανάση Κ.
— Ο Τομ Μπάρακ, Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και στενός προσωπικός φίλος του Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίζεται συχνά να υπερασπίζεται τις τουρκικές θέσεις ακόμη κι όταν αυτές προκαλούν αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον – στο Κογκρέσο και στο Στέητ Ντηπάρμεντ – και ερωτήματα για το κατά πόσο υπηρετούν τη γραμμή της αμερικανικής πολιτικής ή προσεγγίζουν υπερβολικά τις επιδιώξεις της Άγκυρας.
— Από την άλλη πλευρά, στην Αθήνα, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, επίσης στενά συνδεδεμένη με τον Τραμπ, αποχωρεί έπειτα από καταγγελίες που αφορούν τη συμπεριφορά της και τις σχέσεις της με επιχειρηματικά συμφέροντα.
Οι δύο “βίοι” δεν είναι καθόλου “παράλληλοι”. Είναι, όμως, αποκαλυπτικοί.
Στην Τουρκία, ο πρέσβης των ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με το ερώτημα αν ταυτίζεται υπερβολικά με τα συμφέροντα της χώρας υποδοχής του.
Στην Ελλάδα, η Αμερικανίδα πρέσβειρα αποχωρεί μέσα σε ένα σύννεφο καταγγελιών ότι ταυτίστηκε με τοπικά επιχειρηματικά συμφέροντα.
Οι υποθέσεις δεν είναι ίδιες. Αλλά η Ελλάδα βρέθηκε προσωρινά με πρεσβεία που λειτουργεί κανονικά – αλλά χωρίς επίσημο αμερικανό πρέσβη…
Δεν το λες και “αναβάθμιση”…
* Και εδώ αρχίζει να φαίνεται το πραγματικό πρόβλημα.
Για την Άγκυρα, το εθνικό συμφέρον είναι υπέρτατη αρχή – ανεξάρτητα από το αν η επιδίωξή της είναι θεμιτή ή όχι.
Για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος, αντίθετα, η επίκληση του εθνικού συμφέροντος μοιάζει συχνά με “παλιομοδίτικη” εμμονή, ή “ενοχλητική παρέκκλιση” από τις επιθυμίες των ισχυρών.
Η διαφορά δεν είναι απλώς “ιδεολογική” προδιάθεση.
Αποκαλύπτει μια βαθύτερη πολιτική ασυμμετρία – μια στρέβλωση…
Η Τουρκία επιδιώκει να προβάλλει τη γεωπολιτική της αξία, ακόμη κι όταν αυτό προκαλεί τριβές με τους γείτονές της.
Η Ελλάδα αφήνει τη δική της αξία να υποβαθμίζεται, πολλές φορές επειδή η ίδια δεν την προβάλλει ούτε την αξιοποιεί. Κάποιες φορές δεν την πιστεύει καν…
— Η Τουρκία θέλει να είναι “απαραίτητη” σε όλους.
Η Ελλάδα αρκείται συχνά να είναι “διαθέσιμη” στους ισχυρούς.
— Η Τουρκία αναζητεί πεισματικά “πελάτες”.
Η Ελλάδα αναζητά εναγωνίως “προστάτες”.
— Η Τουρκία συχνά “μεγαλοπιάνεται”.
Η Ελλάδα συχνά αυτο-ακυρώνεται.
Και οι δύο χώρες δυσκολεύονται να κάνουν αληθινές και ανθεκτικές συμμαχίες. Αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους:
Την Τουρκία όλοι τη θέλουν μαζί τους, αλλά κανείς δεν τη θεωρεί “αξιόπιστη”.
Την Ελλάδα κανείς δεν επιδιώκει να την “κερδίσει”, γιατί όλοι τη θεωρούν “δεδομένη”.
Την Τουρκία δεν την εμπιστεύονται και την Ελλάδα δεν την υπολογίζουν.
Και αυτή είναι μια διπλή στρέβλωση, που από τη μια αποθρασύνει την Τουρκία κι από την άλλη αποδιώχνει αληθινούς συμμάχους για την Ελλάδα.
* Βέβαια, οι δύο χώρες είναι εντελώς διαφορετικές:
— Η Τουρκία έχει στρατηγικό βάθος. Μεγάλη επικράτεια, πληθυσμό, στρατιωτικές δυνατότητες και πρόσβαση σε πολλαπλά γεωγραφικά μέτωπα. Επιδιώκει να ασκεί επιρροή από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή και από τον Καύκασο έως την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό της επιτρέπει να διεκδικεί πολλαπλούς ρόλους, αλλά τη φέρνει σε προστριβές με πολλές άλλες χώρες της περιοχής.
Το στρατηγικό βάθος, ωστόσο, δεν είναι παντοδυναμία. Η Τουρκία μπορεί να παρακαμφθεί σε επιμέρους διαδρομές, να συναντήσει αντιστάσεις, να απομονωθεί σε συγκεκριμένα ζητήματα, ενώ οι φιλοδοξίες της υπερβαίνουν τις δυνατότητές της και κινδυνεύουν να την οδηγήσουν σε “υπερεπέκταση”.
Σφάλμα που συχνά έχει αποδειχθεί ολέθριο για χώρες με “στρατηγικό βάθος”….
— Η Ελλάδα διαθέτει ένα εντελώς διαφορετικό πλεονέκτημα. Είναι χώρα-“μεταίχμιο”. Όχι απλώς επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, αλλά επειδή μπορεί να τους συνδέει ποικιλοτρόπως. Να λειτουργεί ως κρίκος – ως “μεντεσές” ανάμεσα σε γεωγραφικούς χώρους, οικονομίες, δίκτυα και στρατηγικές επιδιώξεις. Κι έτσι να καθορίζει ροές για πολύ ευρύτερη περιοχή.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Ο “μεντεσές” δεν ενώνει απλώς δύο πλευρές. Επιτρέπει την κίνηση μεταξύ τους.
Από την Ανατολική Μεσόγειο προς το Σουέζ.
Από την Ασία προς τις ευρωπαϊκές αγορές.
Από την Ινδία προς τη Μεσόγειο, μέσα από τις σχεδιαζόμενες συνδέσεις του διαδρόμου IMEC.
Από την Μεσόγειο προς ανατολική Ευρώπη και Ουκρανία (εξ ου και η σημασία του “κάθετου διαδρόμου”), μέσω εναλλακτικών οδών που παρακάμπτουν τα Στενά.
Και, μαζί με την Κύπρο, μέσα από ένα πλέγμα μοναδικών στρατηγικών και ενεργειακών σχέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κατά κάποιο τρόπο η “αφερεγγυότητα” της Τουρκίας καθιστά ιδιαίτερα σημαντικές για την Δύση τις εναλλακτικές οδούς από την Ελλάδα (που παρακάμπτουν την Τουρκία).
* Κι εδώ φαίνεται και η μεγάλη διαφορά Τουρκίας-Ελλάδας.
— Η Τουρκία υπέρ-προβάλλει το “στρατηγικό της βάθος”
— Ενώ η Ελλάδα δεν προβάλλει καθόλου το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ως χώρα-“μεταίχμιο”.
Η στήριξη που δίνει η σημερινή Τουρκία στα ισλαμιστικά κινήματα, πολλαπλασιάζει τις καχυποψίες
και των δυτικών κοινωνιών (που δυσφορούν με την ισλαμική διείσδυση)
και των αραβικών καθεστώτων (που κινδυνεύουν άμεσα από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό)
και του ίδιου του Ισραήλ.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να εκληφθούν ως “αδυναμίες” της Τουρκίας, αλλά η Άγκυρα καταφέρνει να πουλήσει διεθνώς τις “αδυναμίες” της ως “δύναμη”.
— Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα “χρεώνεται” την δύναμή της ως χώρας – μεταίχμιο και ως χώρας- προπύργιο της Δύσης στη Μέση Ανατολή, όλο αυτό το δυνητικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει, τον χρεώνεται ως “αδυναμία”.
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη αντίφαση.
Η Ελλάδα διαθέτει γεωπολιτική αξία, αλλά δεν έχει αποδείξει ότι ξέρει να τη μετατρέπει σε γεωπολιτική ισχύ.
Μοιάζουμε με τους γόνους παλαιών αρχοντικών οικογενειών που κληρονομούν μεγάλα περιουσιακά στοιχεία, αλλά δεν μπορούν να τα αξιοποιήσουν, τα αφήνουν και ερειπώνουν – τα εκμεταλλεύονται άλλοι, ή τους τα αρπάζουν άλλοι.
Η θέση μιας χώρας μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις, να καταστήσει τις υποδομές της αναγκαίες, να δημιουργήσει διεθνείς συνεργασίες.
Η γεωγραφική θέση από μόνη της όμως, δεν εγγυάται, ότι η χώρα θα αποκομίσει και τα αντίστοιχα οφέλη.
Μπορεί να γίνει κόμβος εμπορίου χωρίς να αποκτήσει ισχυρή παραγωγική βάση.
Μπορεί να φιλοξενεί κρίσιμες υποδομές χωρίς να αναπτύσσει εγχώρια τεχνογνωσία.
Μπορεί να προσφέρει στρατηγικές διευκολύνσεις χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογα ανταλλάγματα.
* Η μετατροπή της Γεωγραφίας σε Ισχύ απαιτεί Στρατηγική.
Η μετατροπή της ισχύος σε Ευημερία απαιτεί Οικονομική Πολιτική.
Και η μετατροπή της ευημερίας σε διεθνή επιρροή απαιτεί πολιτική βούληση.
Απαιτεί μια χώρα που γνωρίζει τι θέλει. Ξέρει τι προσφέρει και τι ζητά.
Δεν αντιμετωπίζει κάθε ξένη επένδυση ως “εθνική επιτυχία”,
κάθε επίσκεψη ισχυρού αξιωματούχου ως “διπλωματικό θρίαμβο”
και κάθε συμφωνία ως απόδειξη ότι η Ελλάδα “αναβαθμίστηκε”.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που εκπροσωπεί τα συμφέροντά της και σε μια χώρα που περιμένει να της υποδείξουν οι άλλοι ποια είναι τα συμφέροντά της.
Το ελληνικό πολιτικό κατεστημένο μοιάζει συχνά να εκπροσωπεί το “Εξωτερικό” στην Ελλάδα, αντί να εκπροσωπεί την Ελλάδα στο εξωτερικό!
Έτσι, απέναντι στον εκάστοτε “ισχυρό” – είτε έρχεται από την Ουάσιγκτον είτε από τις Βρυξέλλες – η στάση μας ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο εξίσου αδιέξοδες αντιλήψεις:
Από τη μία, ο “απομονωτισμός”. Οι ξένοι είναι “εχθροί” μας. Όλοι “επιβουλεύονται” την Ελλάδα. Κάθε συνεργασία κρύβει μια “παγίδα”. Κάθε συμμαχία είναι μια “συνωμοσία”.
Από την άλλη, η υποτέλεια. Οι ξένοι είναι ισχυρότεροι. Γνωρίζουν καλύτερα. Αποφασίζουν και εμείς προσαρμοζόμαστε. Η δική μας δουλειά είναι να εξασφαλίζουμε την εύνοιά τους, να μην τους δυσαρεστούμε και να μη διεκδικούμε περισσότερα από όσα προτίθενται να μας προσφέρουν.
Αυτές οι δύο στρεβλές αντιλήψεις χρεώνονται την τωρινή Παρακμή.
— Ο απομονωτισμός αρνείται την αξία των συμμαχιών.
— Η υποτέλεια αρνείται την αξία της ίδιας της χώρας.
Και οι δύο μάς εμποδίζουν να αντιληφθούμε ότι η διεθνής πολιτική δεν είναι ούτε διαγωνισμός συμπάθειας, ούτε πεδίο εχθροπάθειας.
Είναι πεδίο σύγκλισης ή αντιπαράθεσης συμφερόντων.
Και οι συμμαχίες διατηρούνται όταν τα κοινά συμφέροντα είναι ισχυρά – όχι όταν η μία πλευρά παραιτείται από τα δικά της.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει “αντιδυτική” για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει τις επιδιώξεις των αντιπάλων της Δύσης, όταν διαφωνεί με τις εκάστοτε επιλογές της Ουάσιγκτον.
Ούτε να απομακρυνθεί από την Ευρώπη, για να αμφισβητήσει τις αποφάσεις των ευρωγραφειοκρατών.
Χρειάζεται να είναι “Δυτική”, χωρίς να είναι “δεδομένη”.
“Σύμμαχος” χωρίς να είναι “υποτελής|.
Ανεξάρτητη χωρίς να είναι απομονωμένη.
Και αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Είναι ζήτημα Πολιτισμού:
Ούτε “Ταλιμπάν” εναντίον όλων των ξένων,
ούτε “γιουσουφάκια” όλων των ξένων!
Και οι δύο στάσεις είναι ξένες προς την πολιτική παράδοση της Δύσης, η οποία γεννήθηκε εδώ….
Η δυτική ταυτότητα δεν είναι υποχρέωση τυφλής “υπακοής”.
Είναι παρακαταθήκη – και κατάκτηση – Ελευθερίας!
Είναι η δυνατότητα να σκέφτεσαι, να κρίνεις, να διαφωνείς και να συνεργάζεσαι χωρίς να παραδίδεσαι.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μιαν Ελλάδα που γνωρίζει τι προσφέρει, τι ζητά και τι διεκδικεί.
Αυτό για την ώρα δεν το κάνουμε. Πρέπει να το μάθουμε από την αρχή…
Ο κ. Ρούμπιο κατά την πρόσφατη ομιλία του στην Πνύκα θύμισε σε όλους την Ιστορία της Ελλάδας. Και καλά έκανε.
Κάποιος θα έπρεπε να προσθέσει και τη σημερινή σημασία της Γεωγραφίας για το σύγχρονο δυνητικό ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή.
Δυστυχώς κανείς δεν το έκανε.
Η Γεωγραφία μάς έδωσε μια θέση στον χάρτη.
Δεν μας εξασφάλισε, όμως, θέση στο τραπέζι των αποφάσεων.
Αυτή πρέπει να την κερδίσουμε εμείς!
Τελικά είμαστε “Δυτικοί”, δεν είμαστε ούτε Ταλιμπάν ούτε γιουσουφάκια!
Κι ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση
για να βγούμε από την σύγχρονη παρακμή μας
και το ισχυρότερο θεμέλιο της νέας Μεταπολίτευσης,
που τόσο έχουμε ανάγκη.






