ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ: Σε νέα περίοδο επικίνδυνης έντασης εισέρχονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, παρά τους ανοικτούς διπλωματικούς διαύλους Αθήνας και Άγκυρας.
ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ – ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ TILEGRAFIMANEWS .GR
Του Παντελή Χαριτάκη
Η επίσημη θέση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών παραμένει ότι η κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρά στην υλοποίηση ενός εκτεταμένου προγράμματος ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.
Διεθνείς αναλυτές από το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίοι μίλησαν στο telegraphmanews.gr, εκτιμούν ότι η Τουρκία δεν έχει λάβει σήμερα απόφαση για γενικευμένη πολεμική αναμέτρηση. Προειδοποιούν, όμως, ότι αυξάνεται ο κίνδυνος μιας ελεγχόμενης κρίσης, ενός στρατιωτικού ατυχήματος ή ενός περιορισμένου θερμού επεισοδίου με επίκεντρο το Καστελόριζο, τα Δωδεκάνησα ή κάποια από τις υπό αμφισβήτηση θαλάσσιες περιοχές.
Γιατί η Άγκυρα ανεβάζει ξανά τους τόνους
Η νέα παρέμβαση του Χακάν Φιντάν, ο οποίος χαρακτήρισε «απειλή» τη στρατιωτική παρουσία στα ελληνικά νησιά, δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό. Είχαν προηγηθεί δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τουρκικές αντιδράσεις για το Καστελόριζο και δημοσιεύματα που παρουσιάζουν την ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία ως προσπάθεια «περικύκλωσης» της Τουρκίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση που έγινε για το tilegrafimanews.gr, η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει τέσσερα διαφορετικά ζητήματα σε ένα ενιαίο αφήγημα: τη στρατιωτική παρουσία στα νησιά, τα 12 ναυτικά μίλια, τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και την εγκατάσταση σύγχρονων ισραηλινών αμυντικών συστημάτων.
Η Τουρκία θέλει με αυτόν τον τρόπο να μετατρέψει την ελληνοτουρκική διαφορά για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ σε ένα ευρύτερο «πακέτο» διαπραγμάτευσης, μέσα στο οποίο θα περιλαμβάνονται ζητήματα κυριαρχίας, εναέριου χώρου και άμυνας των ελληνικών νησιών.
Η ισραηλινή εκτίμηση: Αποτροπή, όχι προετοιμασία επίθεσης
Ο αναλυτής από το Ισραήλ απορρίπτει την τουρκική παρουσίαση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» ως επιθετικού μηχανισμού. Πρόκειται για πολυεπίπεδο δίκτυο αεράμυνας, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, με συστήματα όπως τα David’s Sling, SPYDER, BARAK MX, προηγμένα ραντάρ και μέσα αντιμετώπισης drones.
Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ, που υπεγράφη στις 31 Αυγούστου, αποσκοπεί στην προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, κρίσιμων υποδομών και κατοικημένων περιοχών από αεροσκάφη, βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα συστήματα. Η πλήρης ανάπτυξη του δικτύου αναμένεται να χρειαστεί περίπου 35 μήνες.
Η ισραηλινή ανάγνωση είναι ότι η ενίσχυση της Ελλάδας αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επίθεσης και, συνεπώς, μειώνει την πιθανότητα πολέμου. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργείται μια μεταβατική περίοδος μέχρι να ολοκληρωθεί η εγκατάσταση των νέων συστημάτων. Αυτό είναι το διάστημα κατά το οποίο η Άγκυρα μπορεί να εντείνει την πολιτική και στρατιωτική πίεση, επιχειρώντας να διαμορφώσει τετελεσμένα ή να δοκιμάσει τις αντιδράσεις της Αθήνας.
Οι τουρκικές αναφορές περί παρουσίας Ισραηλινών στρατιωτικών στα ελληνικά νησιά δεν συνοδεύονται μέχρι σήμερα από επαρκή δημόσια στοιχεία. Η συνεργασία, πάντως, περιλαμβάνει εκπαίδευση, ασκήσεις, μεταφορά τεχνογνωσίας και αντιμετώπιση σμηνών drones, υποβρύχιων μη επανδρωμένων οχημάτων και κυβερνοαπειλών.
Η ελληνική ανάλυση: Οι 4 εστίες ενός πιθανού επεισοδίου
Ο Έλληνας γεωστρατηγικός αναλυτής εντοπίζει τέσσερα σημεία στα οποία μπορεί να εκδηλωθεί μια νέα κρίση:
- Το Καστελόριζο, η Ρω και η Στρογγύλη, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της επίδρασής τους στις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.
- Τα Δωδεκάνησα, όπου η Τουρκία επαναφέρει το αίτημα περί αποστρατιωτικοποίησης.
- Η περιοχή νοτίως και δυτικά της Κρήτης, εάν η Ελλάδα προχωρήσει σε νέα επέκταση χωρικών υδάτων ή ενεργειακές έρευνες.
- Τα έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, ιδιαίτερα εάν πλοία τοποθέτησης καλωδίων κινηθούν σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες διεκδικεί η Τουρκία.
Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι μια αιφνιδιαστική μεγάλης κλίμακας επίθεση, αλλά μια σταδιακή κλιμάκωση: έκδοση παράλληλων NAVTEX, αποστολή ερευνητικού σκάφους, παρουσία πολεμικών πλοίων, επικίνδυνες αναχαιτίσεις και δημιουργία ενός περιορισμένου επεισοδίου.
Η ελληνική πλευρά καλείται να διατηρήσει υψηλή στρατιωτική ετοιμότητα χωρίς να παρασυρθεί σε ανταγωνισμό δηλώσεων. Κρίσιμος παράγοντας παραμένει το τουρκικό casus belli του 1995 για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, το οποίο η Αθήνα θεωρεί ευθεία απειλή χρήσης βίας.
Η κυπριακή οπτική: Το Αιγαίο δεν αποσυνδέεται από την Κύπρο
Ο Κύπριος αναλυτής εκτιμά ότι δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται χωριστά το Αιγαίο από την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύει και αυτή την αεράμυνά της με ισραηλινά συστήματα, ενώ η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού.
Στη Λευκωσία υπάρχει ανησυχία ότι μια ελληνοτουρκική κρίση θα μπορούσε να αποκτήσει δύο ταυτόχρονες εστίες: μία στο Αιγαίο και μία γύρω από την Κύπρο. Ένα τέτοιο σενάριο θα ανάγκαζε την Ελλάδα να διαχειριστεί πολλαπλά μέτωπα πολιτικής και στρατιωτικής πίεσης.
Παράλληλα, η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν αποτελεί επίσημη στρατιωτική συμμαχία με ρήτρα αμοιβαίας άμυνας. Άρα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη η άμεση εμπλοκή του Ισραήλ σε ένα ελληνοτουρκικό επεισόδιο. Το Τελ Αβίβ έχει ισχυρό συμφέρον να στηρίζει την ελληνική και κυπριακή αποτροπή, αλλά θα σταθμίσει τις δικές του σχέσεις και ανάγκες ασφαλείας πριν από οποιαδήποτε επιχειρησιακή απόφαση.
Έρχεται πόλεμος Ελλάδας–Τουρκίας;
Η κοινή εκτίμηση των τριών αναλυτών είναι ότι ένας γενικευμένος πόλεμος παραμένει χαμηλής πιθανότητας, αλλά εξαιρετικά υψηλού κινδύνου. Και οι δύο χώρες γνωρίζουν ότι μια σύγκρουση θα είχε τεράστιο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος, ενώ θα προκαλούσε πρωτοφανή κρίση στο ΝΑΤΟ.
Η πραγματική ανησυχία αφορά ένα επεισόδιο το οποίο θα ξεκινήσει ως «ελεγχόμενο», αλλά θα κλιμακωθεί λόγω απωλειών, εθνικής πίεσης ή λανθασμένου υπολογισμού. Η ιστορία του Αιγαίου δείχνει ότι μικρές αποστάσεις, μεγάλος αριθμός οπλικών συστημάτων και ανταγωνιστικές διεκδικήσεις δημιουργούν περιβάλλον όπου ένα λάθος μπορεί να αποκτήσει στρατηγικές συνέπειες.
Το επόμενο διάστημα, οι ασφαλέστεροι δείκτες δεν θα είναι οι τηλεοπτικές δηλώσεις, αλλά οι πραγματικές κινήσεις: η δραστηριότητα του τουρκικού στόλου, οι υπερπτήσεις, οι NAVTEX, η παρουσία ερευνητικών πλοίων, οι ασκήσεις γύρω από τα Δωδεκάνησα και η στάση της Άγκυρας απέναντι στα έργα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Το πιθανότερο είναι ότι η Τουρκία θα συνεχίσει μια στρατηγική πίεσης χωρίς γενικευμένο πόλεμο. Όσο, όμως, η στρατιωτική δραστηριότητα αυξάνεται και η διπλωματική γλώσσα σκληραίνει, τόσο στενεύει το περιθώριο αποτροπής ενός θερμού επεισοδίου.






