Ένα ιστορικό ελληνικό brand γυναικείας ένδυσης, η Raxevsky, αποσύρεται από την αγορά, καθώς η εταιρεία (Raxevsky-Helen’s Club) που το ανέπτυξε για να φτάσει να ελέγχει πανελλαδικό δίκτυο με πελατολόγιο εκατοντάδων χιλιάδων καταναλωτριών, κλείνει, αφήνοντας συσσωρευμένα χρέη σε προμηθευτές και εργαζόμενους – απαιτήσεις που εκτιμώνται σε πάνω από 25 εκατ. ευρώ.

Η συμφωνία εξυγίανσης της εταιρείας, που πήρε το πράσινο φως πριν από περίπου δύο χρόνια, δεν φαίνεται να υποστηρίχθηκε επαρκώς, με αποτέλεσμα τη σταδιακή συρρίκνωση της δραστηριότητας, που έφτασε στην απόλυση των τελευταίων 100 εργαζομένων. Οι τίτλοι τέλους στο business story θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί σύμφωνα με μερίδα της αγοράς – αλλά εν μέσω κρίσης η ανάκαμψη απαιτούσε πιστή εφαρμογή του σχεδίου εξυγίανσης, κάτι που δεν επιβεβαιώνεται από τα πεπραγμένα. Η εταιρεία, αν και φέρεται να προέβη σε διακανονισμούς για τα συσσωρευμένα χρέη λαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος ενδιάμεσης χρηματοδότησης (ύψους περίπου 2 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με πληροφορίες), δεν υλοποίησε δεσμεύσεις, όπως π.χ. για ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων στο εξωτερικό και επένδυση σε e-shop. Επίσης, όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι, η εταιρεία δεν τροφοδοτούσε με εμπόρευμα τα καταστήματα, με αποτέλεσμα να απαξιώνεται το δίκτυο.

Το ιστορικό
Υπενθυμίζεται ότι η Raxevsky (που δεν έχει κάποια σχέση με τη Mini Raxevsky, η οποία δραστηριοποιείται στην αγορά παιδικής ένδυσης) ιδρύθηκε το 1976 από την Ελένη Raxevsky και τον Γιώργο Μουρτζούχο, με εξαγωγές σε Γαλλία, Αυστρία, Ολλανδία, Ισπανία, μέχρι ΗΠΑ και Καναδά. Όταν ξέσπασε η κρίση, πριν από μία δεκαετία, έφτασε να απασχολεί πάνω από 250 εργαζόμενους και να ελέγχει δίκτυο περίπου 50 ιδιόκτητων και franchise καταστημάτων. Η κάθετη πτώση της ζήτησης στην εγχώρια αγορά, τα capital controls και η αδυναμία των τραπεζών να υποστηρίξουν γραμμές χρηματοδότησης όξυναν τα προβλήματα ρευστότητας στη Raxevsky, που αναγκάστηκε να περιορίσει την έκθεσή της στις διεθνείς αγορές και να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση στην τοπική αγορά. Σε λίγα χρόνια έφτασε να έχει εξαγωγές μόνο σε Βουλγαρία και Κύπρο, να διαθέτει δίκτυο με λιγότερα από 30 σημεία και να απασχολεί κάτω από 150 εργαζόμενους. Η εταιρεία από κερδοφόρα μέχρι το 2011 πέρασε σε ζημιογόνες χρήσεις, οι υποχρεώσεις της διογκώθηκαν (οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις στις τράπεζες από 10 εκατ. ευρώ το 2011 ξεπέρασαν τα 15 εκατ. ευρώ σε μία πενταετία) και ο κύκλος εργασιών από 21,3 εκατ. ευρώ το 2011 έφθασε κοντά στα 3 εκατ. ευρώ το 2016, μια κομβική χρονιά για το μέλλον της.

Οι εργαζόμενοι
Στις 2.12.2016 το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών επικύρωσε τη συμφωνία της με τις τράπεζες στο πλαίσιο προσφυγής στο άρθρο 106β του ΠτΚ. Στη νέα περίοδο οι εργαζόμενοι συνέχισαν να στηρίζουν τη δραστηριότητα. Σήμερα (οι 100 τελευταίοι εργαζόμενοι και επιπλέον 75 που αποχώρησαν από το 2016 χωρίς να λάβουν δεδουλευμένα) έχουν πληρωθεί μόνο 10 από τις 36 δόσεις που προέβλεπε το σχέδιο διάσωσης για τη διευθέτηση των απαιτήσεών τους, δεν έλαβαν αποζημιώσεις, ενώ τους οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές περίπου 14 μισθών.

«Μέχρι και τον Ιανουάριο του 2019 συνεχίσαμε να προσφέρουμε αδιαλείπτως τις υπηρεσίες μας, πιστεύοντας αφενός στη “Συμφωνία Εξυγίανσης” αλλά και τις πρόσφατες διαβεβαιώσεις της διοίκησης ότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για τη βιωσιμότητά της και αφετέρου στις δυνατότητες της ίδιας της εταιρείας… Όμως οι προσπάθειες αυτές ήταν ξεκάθαρα μονόπλευρες, αφού η διοίκηση άφησε την εταιρεία να αργοπεθαίνει…», αναφέρουν σε επιστολή τους οι εργαζόμενοι περιγράφοντας την κατάσταση αβεβαιότητας στην οποία είχαν περιέλθει κι ενώ η διοίκηση είχε αποφασίσει να κλείσει την εταιρεία, όπως τελικώς συνομολόγησαν στελέχη της σε συνάντηση μαζί τους, με τη συμμετοχή των νομικών εκπροσώπων τους, αναφέρει το naftemporiki.gr.