Δεκαπενταύγουστος!
Του Θανάση Κ.
Η μεγάλη γιορτή της Παναγίας.
Για τους περισσότερους από εμάς είναι μια ημέρα που έχει συμβολικό και συναισθηματικό βάρος πολύ μεγαλύτερο από το “καθαρά θρησκευτικό” της περιεχόμενο.
Είναι το χωριό.
Είναι το νησί.
Είναι το πανηγύρι.
Είναι η εκκλησία που γεμίζει.
Είναι οι άνθρωποι που επιστρέφουν από μακριά για να βρεθούν, έστω για λίγο, μαζί.
Και είναι ίσως η μοναδική μεγάλη θρησκευτική γιορτή
που μοιάζει, στην Ελλάδα, να συμπυκνώνει σήμερα:
μια πολύ βαθιά συναισθηματική
και πολύ μακροχρόνια ιστορική Συνέχεια…
Tην οποία βιώνουμε έντονα, αλλά πολύ συχνά αγνοούμε εντελώς…
* Η ιστορία αρχίζει, κατά έναν παράξενο τρόπο, στην Έφεσο.
Την πόλη της Αρτέμιδος.
Εκεί όπου βρισκόταν ένας από τους μεγαλύτερους ναούς του αρχαίου κόσμου κι όπου η λατρεία της Αρτέμιδος είχε κυριαρχήσει επί αιώνες. Παλαιότερα ο Ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσσο, θεωρούνταν ένα από τα “επτά θαύματα του Αρχαίου Κόσμου”. Κάηκε το 356 π.Χ. (κατά την παράδοση τη μέρα που γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος), αργότερα ανοικοδομήθηκε, καταστράφηκε και ξανακτίστηκε πολλές φορές ακόμα – και παρέμεινε στον αρχαίο κόσμο η πόλη που ήταν αφιερωμένη στην λατρείας της Αρτέμιδας…
Η Άρτεμις ήταν παρθένος θεά.
Δεν ήταν μητέρα.
Κι όμως συνδεόταν με τον τοκετό και την προστασία των γυναικών που γεννούσαν. Κατά τον θρύλο κόρη του Δία, γεννήθηκε από τη Λητώ κι ύστερα αμέσως βοήθησε τη μάνα της να ξεγεννήσει και τον αδελφό της τον Απόλλωνα…!
Η ελληνική θρησκευτική σκέψη μπορούσε, επομένως, να συνδέει την παρθενία με την προστασία της μητρότητας χωρίς να θεωρεί ότι υπάρχει αντίφαση.
Και τέσσερις αιώνες περίπου μετά τη γέννηση του Χριστιανισμού, στην ίδια πόλη, συνέβη κάτι που θα άλλαζε για πάντα την ιστορία της χριστιανικής σκέψης:
Το 431 μ.Χ. συνήλθε στην Έφεσο η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος, επί Αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄.
Το πρόβλημα δεν ήταν αρχικά η Παναγία.
Το πρόβλημα ήταν ο ίδιος ο Χριστός.
Ήταν ο Χριστός ένας ή δύο; Ηταν Θεός και Άνθρωπος ή Θεάνθρωπος;
Το ερώτημα ήταν πώς συνδέονταν οι δύο φύσεις του Χριστού στο ίδιο ενιαίο Πρόσωπο…
Ο Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τότε, αντιδρούσε στη χρήση του όρου «Θεοτόκος» για τη Μαρία. Ο ίδιος και οι οπαδοί του προτιμούσαν το “Χριστοτόκος”…
Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας υποστήριζε ότι, αν χωρίσουμε υπερβολικά τον Θεό- Λόγο από τον άνθρωπο Ιησού, κινδυνεύουμε να διασπάσουμε το ίδιο το μυστήριο της Ενανθρώπησης.
Η Σύνοδος τάχθηκε με τον Κύριλλο.
Και έτσι η Μαρία απέκτησε τον τίτλο που θα σφράγιζε έκτοτε ολόκληρη την χριστιανική παράδοση:
Θεοτόκος!
Και το ιστορικό παράδοξο είναι συγκλονιστικό:
Η Έφεσος, η μεγάλη πόλη της Αρτέμιδος, έγινε η πόλη όπου ο Χριστιανισμός διατύπωσε με αποφασιστικό τρόπο την ιδιαίτερη θέση της Παναγίας.
(Παρεμπιπτόντως, λέγεται ότι στην Έφεσσο η Άρτεμις γιορταζόταν στις 15 Αυγούστου…)
Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στον εύκολο μύθο ότι «η Εκκλησία αντικατέστησε την Άρτεμη με την Παναγία».
Ο αρχαίος κόσμος είχε ήδη αναπτύξει ισχυρά σύμβολα γύρω από την παρθενία, τη γυναικεία προστασία, τη μητρότητα και τη ζωή.
Ο Χριστιανισμός δεν τα αντέγραψε.
Τα μεταμόρφωσε.
Η Παναγία δεν είναι “θεά”.
Είναι άνθρωπος.
Και ακριβώς αυτό είναι το συγκλονιστικό της χριστιανικής ιδέας.
Η ύψιστη ανθρώπινη τιμή δεν αποδίδεται σε μια θεότητα που κατεβαίνει στον κόσμο.
Αποδίδεται σε έναν άνθρωπο, μια γυναίκα, που, σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας, γίνεται το πλησιέστερο ανθρώπινο πρόσωπο προς τον Θεό.
* Καθ’ όλη την εξέλιξη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το Πρόσωπο της Παναγίας αποκτά κεντρική μορφή στην λατρευτική παράδοση.
Το 626 κατά την πολιορκεία της Κωνσταντινουπόλεως από Αβάρους-Σλάβους – κι ενώ ο αυτοκρατορικός στρατός λείπει μακριά (πολεμώντας τους Πέρσες) η παράδοση απέδωσε τη σωτηρία της Πόλης σε Θαύμα της Μεγαλόχαρης – που υμνείται έκτοτε με το: “Τη Υπερμάχω…”
Η Παναγία γίνεται πια και Υπέρμαχος Στρατηγός.
(Πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκαν ακριβώς 1400 χρόνια από εκείνο το ιστορικό γεγονός…)
Στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού η Παναγία συγκεντρώνει πλέον συμβολισμούς που θυμίζουν δύο αρχαίες γυναικείες θεότητες:
την Άρτεμη, την παρθένα προστάτιδα της μητρότητας,
και την Αθηνά, την παρθένα ακαταμάχητη στρατηγό
* Και φτάνουμε στο Άθω – το Άγιον Όρος.
Είναι ο κατεξοχήν τόπος του ανδρικού μοναχισμού.
Κι όμως ολόκληρος αυτός ο κόσμος ονομάζεται:
«Περιβόλι της Παναγίας».
Η παράδοση λέει ότι η Παναγία έφθασε στον Άθω μαζί με τον Απόστολο Ιωάννη και ότι ζήτησε από τον Υιό της να της παραχωρήσει το Όρος ως δικό της κλήρο.
Ασφαλώς, είναι παράδοση Πίστεως, όχι ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός.
Και εδώ υπάρχει ένα συμβολικό παράδοξο που αξίζει να το σκεφτούμε.
Στον τόπο όπου δεν επιτρέπεται να εισέλθει καμία άλλη γυναίκα, η μοναδική γυναίκα που θεωρείται ότι έχει απόλυτο δικαίωμα αιώνιας παρουσίας είναι η Παναγία.
Γιατί;
Επειδή ο μοναχισμός δεν βλέπει την Παναγία ως «θηλυκή θεότητα».
Τη βλέπει ως το κατεξοχήν πρότυπο ανθρώπου που είπε στον Θεό:
«Ιδού η δούλη Κυρίου».
Ελεύθερη προσφορά.
Εμπιστοσύνη.
Ταπείνωση.
Αφιέρωση.
Και το 963 ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ίδρυσε τη Μεγίστη Λαύρα.
Αν και κάποιες σκήτες προϋπήρχαν, από τότε αρχίζει ουσιαστικά η οργανωμένη, κοινοβιακή μορφή του αγιορείτικου μοναχισμού.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, το Άγιον Όρος έγινε πνευματικό κέντρο όχι μόνο του ελληνικού αλλά ολόκληρου του ορθόδοξου κόσμου:
Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Ρουμάνοι, Γεωργιανοί και άλλοι ορθόδοξοι λαοί συνυπήρξαν εκεί.
Έτσι το «Περιβόλι της Παναγίας» έγινε κάτι περισσότερο από μοναστική πολιτεία.
Έγινε θησαυροφυλάκιο μνήμης ενός ολόκληρου Πολιτισμού.
* Και η μνήμη αυτή δεν έμεινε κλεισμένη στα μοναστήρια.
Πέρασε στα χωριά.
Στα νησιά.
Στις οικογένειες.
Στα προσκυνήματα.
Στις εικόνες.
Στην καθημερινή ζωή.
Γι’ αυτό ο Δεκαπενταύγουστος στην Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο από μια εκκλησιαστική εορτή.
Είναι ένας από τους ελάχιστους θεσμούς που έμειναν σχεδόν ανέγγιχτοι μέσα από την κατάρρευση αυτοκρατοριών, την Τουρκοκρατία, την Επανάσταση, τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, τους πολέμους και τη νεωτερικότητα.
* Η Παναγία ήταν πάντα εδώ!
— Το 1823 στις πιο κρίσιμες στιγμές της Επανάστασης ανακαλύφθηκε η εικόνα της στην Τήνο όπου έγινε έκτοτε λατρευτικό σημείο ολόκληρου του Ελληνισμού. Ήταν εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά. Και ο ναός που ανεγέρθηκε εκεί αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της “Μεγαλόχαρης Θεοτόκου”.
Στην πορεία όμως, κάτι άλλαξε. Από ένα ιστορικό γεγονός
— 15 Αυγούστου 1940.
Την ημέρα της μεγάλης γιορτής στην Τήνο, το ελληνικό καταδρομικό «Έλλη» τορπιλίστηκε από το ιταλικό υποβρύχιο Delfino.
Ο Δεκαπενταύγουστος του 1940 έμεινε έτσι στη μνήμη των Ελλήνων ως μία από τις τελευταίες στιγμές της ειρήνης πριν από τη μεγάλη δοκιμασία.
Κι από τότε η Τήνος απέκτησε και δεύτερη, τεράστια πανελλήνια σημασία το Δεκαπενταύγουστο. Η Ευαγγελίστρια εξακολουθεί να γιορτάζει στις 25 Μαρτίου. Όμως η 15η Αυγούστου, μετά τον τορπιλισμό της “Έλλης”, απέκτησε στην Τήνο έναν επιπλέον, βαθύτατα εθνικό συμβολισμό.
Η ιστορική μνήμη μεταπλάθει τα θρησκευτικά σύμβολα.
Και τα ενσωματώνει βαθιά στη συλλογική μνήμη και το λαϊκό Πολιτισμό…
— Στο μεταξύ μετά τη Μικρασιατική Κατατροφή του 1922, ο Ελληνισμός του Πόντου διέσωσε το κεντρικό λατρευτικο-εθνικό του σύμβολο: της εικόνα της Παναγίας Σουμελά. Που έχει γίνει σήμερα σύμβολο αναφοράς του Ελληνισμού – ιδιαίτερα του Μικρασιατικού στη Βόρειο Ελλάδα…
* Ας έρθουμε στο σήμερα.
Αλήθεια, πόση σημασία έχουν όλα αυτά σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει τόσο πολύ;
Μεγάλη! Ίσως μεγαλύτερη από ποτέ….
Γιατί σήμερα δεν αμφισβητείται μόνο η θρησκευτική Πίστη.
Αμφισβητούνται συχνά οι ίδιες οι έννοιες πάνω στις οποίες χτίστηκε η ανθρώπινη κοινωνία.
Πατέρας.
Μητέρα.
Παιδί.
Οικογένεια.
Φύλο.
Μητρότητα…
Και γίνεται μια συστηματική προσπάθεια να πειστεί η κοινωνία ότι οι λέξεις «μητέρα» και «πατέρας» είναι απλώς διοικητικές κατηγορίες, που μπορούν να αντικατασταθούν από τις ανοησίες: «Γονέας 1» και «Γονέας 2»
Όμως, οι λέξεις δεν είναι απλά κουτάκια σε ένα έντυπο.
Κουβαλούν πολιτισμό, μνήμη, υπαρξιακο νόημα…
Κουβαλούν συναίσθημα βαθιά σμιλεμένο στο ανθρώπινο – προσωπικό και συλλογικό – υποσυνείδητο.
Και η λέξη «μητέρα» δεν είναι μια αυθαίρετη κοινωνική κατασκευή.
Είναι η λέξη με την οποία ο άνθρωπος περιέγραψε από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του εκείνη από την οποία γεννήθηκε.
Γι’ αυτό η Παναγία δεν είναι απλώς «ένα θρησκευτικό σύμβολο».
Είναι, μέσα στην ελληνική και χριστιανική ιστορία, η υπέρτατη έκφραση μιας ιδέας:
ότι η μητρότητα δεν είναι βιολογική λεπτομέρεια. Είναι σχέση. Είναι δεσμός. Είναι ευθύνη. Είναι προσφορά. Είναι μνήμη.
Είναι κομμάτι της ανθρωπιάς μας. Και της συναισθηματικής μας υπόστασης. Και της μοίρας μας…
Και ίσως γι’ αυτό ο Χριστιανισμός έκανε κάτι παράδοξο.
Δεν τη συμβόλισε ως μια “θεά” (Γή, Ρέα, Ήρα κλπ.)
Την ανέδειξε στο πρόσωπο μιας γυναίκας που έγινε η μητέρα του ενανθρωπήσαντος Θεού
Δεν την συμβόλισε ως μια “θεά” που “κατέβηκε”.
Αλλά με ένα ανθρώπινο πρόσωπο που “ανέβηκε”.
Πιστεύεις δεν πιστεύεις…
Γι’ αυτό και όσοι πάνε να κατεδαφίσουν την υπόσταση της μητρότητας ματαιοπονούν.
Κι όσοι πάνε να ακυρώσουν την Πίστη, τους το υπενθυμίζει η τωρινή γιορτή.
Της Κοιμήσεως!
Όπου η μητρότητα ανυψώνεται σε ύψιστο ανθρώπινο μεγαλείο.
Κι αυτό έγινε ακατανίκητο και ως συναίσθημα και ως σύμβολο – διαχρονικό και διαπολιτισμικό.
Κι ύστερα ήλθε η ελληνική ιστορία που έκανε την Παναγία αναπόσπαστο κομμάτι της δικής της μνήμης και την δικής της ζώσας κληρονομιάς.
Από την Υπέρτατη Στρατηγό ως τη Μεγαλόχαρη της Τήνου ως την Παναγία Σουμελά…
Ενώ η λατρεία της Θεομήτορος είναι κοινή για τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς ακόμα και για κάποιους Προτεστάντες (Αγγλικανούς και Λουθηρανούς), ειδικά για τους Έλληνες οι συμβολισμοί είναι και εθνικοί…
Πιστεύεις δεν πιστεύεις, αρκεί να μπεις σε μιαν εκκλησία – μεγαλόπρεπη ή απλό ξωκλήσι – να τη δεις να σε κοιτάει πάνω από το Ιερό.
Για να καταλάβεις ότι όταν οι Έλληνες αποφάσιζαν να ξεσηκωθούν εκεί έφερναν τα όπλα τους – ή τον όρκο τους – να τα ευλογήσει η Παναγιά.
Αυτή είναι η Συνέχεια.
Όχι η τελετουργική επανάληψη του παρελθόντος.
Αλλά η μεταφορά ενός νοήματος από γενιά σε γενιά.
Και ίσως αυτό ακριβώς γιορτάζουμε,
χωρίς να το συνειδητοποιούμε κάθε Δεκαπενταύγουστο.
Όχι απλώς ότι η Παναγία κοιμήθηκε.
Αλλά ότι ένας πολιτισμός που έμαθε να κοιτάζει τον θάνατο
χωρίς να τον θεωρεί το “τέλος”,
που έμαθε να βλέπει στο σώμα όχι ως “εχθρό”, αλλά ως φορέα ζωής,
που έδωσε στη μητέρα θέση μοναδική
και κράτησε επί αιώνες τη μνήμη του από γενιά σε γενιά –
αυτός ο Πολιτισμός παρέμεινε ζωντανός και δεν νικιέται.
Και όσο υπάρχει ακόμη ένα παιδί που φωνάζει τη μητέρα του «μάνα»,
όσο υπάρχει μια γιαγιά που ανάβει κερί
για να φυλάει η Παναγιά τα εγγόνια της,
όσο υπάρχει ένα χωριό η μια γειτονικά στις πόλεις,
που ανηφορίζει τον Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησιά του,
η Ιστορία δεν έχει γίνει ακόμη μουσείο.
Ούτε θα γίνει.
Καλή Παναγιά σε όλους μας .



