Η διαμόρφωση της σύγχρονης γεωπολιτικής και οικονομικής ταυτότητας της Ελλάδας βρίσκεται σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της μεταπολιτευτικής της ιστορίας
Σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή αστάθεια, περιφερειακές συγκρούσεις και ανακατατάξεις ισχύος, η επιλογή της στρατηγικής κατεύθυνσης της χώρας δεν αποτελεί απλώς ένα ζήτημα εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά έναν καθοριστικό παράγοντα για την ίδια την εθνική της επιβίωση και ευημερία.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει προσδώσει στη χώρα ένα σαφή προσανατολισμό, ο οποίος βασίζεται στην ενίσχυση των παραδοσιακών συμμαχιών και την ανάδειξη της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Μητσοτάκης έχει ανεβάσει στα ύψη τις “μετοχές” της Ελλάδας στο εξωτερικό
Η στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη κατά την τελευταία επταετίας, σηματοδότησε μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα αντιλαμβάνεται και ασκεί την εξωτερική και οικονομική της πολιτική.
Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, η οποία είχε τρωθεί σοβαρά κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Μέσα από μια σειρά συντονισμένων κινήσεων, η Ελλάδα μετατράπηκε από μέρος του προβλήματος της Ευρωζώνης σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων, επιτυγχάνοντας την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και καταγράφοντας ρυθμούς ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο γεωπολιτικό πεδίο, η σημασία της παρούσας διακυβέρνησης αποτυπώνεται στην εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ισραήλ. Η επικαιροποίηση της Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ αναβάθμισε στρατηγικά περιοχές όπως η Αλεξανδρούπολη και η Σούδα, καθιστώντας την Ελλάδα κρίσιμο κόμβο για την ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, η υπογραφή αμυντικών συμφωνιών με τη Γαλλία προσέφερε στη χώρα ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας και οδήγησε στον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων με την απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων (Belharra, Rafale, F-35).
Ταυτόχρονα, η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, η οποία εκτείνεται από την ενέργεια και την τεχνολογία μέχρι την αμυντική συνεργασία, δημιούργησε ένα ισχυρό αντίβαρο στις αναθεωρητικές τάσεις στην περιοχή. Η Ελλάδα, λειτουργώντας ως ο βασικός διπλωματικός και ενεργειακός σύνδεσμος της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, απέκτησε μια θέση ισχύος που της επιτρέπει να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Εθνικά επικίνδυνα κόμματα και… πρόσωπα
Στον αντίποδα της θετικής πορείας της χώρας, διαμορφώνεται ένα πολιτικό σκηνικό όπου διάφορες δυνάμεις, που παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, συγκλίνουν σε μια ρητορική που αμφισβητεί τις βασικές επιλογές της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.
Οι πολιτικές δυνάμεις και τα πρόσωπα που τοποθετούνται στον αντίποδα της σημερινής κυβερνητικής στρατηγικής, εκπροσωπώντας ένα ευρύ φάσμα από την αριστερά έως τη λαϊκιστική δεξιά, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τους κινδύνους που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η χώρα σε περίπτωση απομάκρυνσης από τον σκληρό πυρήνα των δυτικών θεσμών. Η κριτική αυτή, όταν ξεπερνά τα όρια του θεμιτού κοινοβουλευτικού ελέγχου και διολισθαίνει σε έναν άκρατο αντιδυτικισμό ή απομονωτισμό, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τα εθνικά συμφέροντα.
Η πολιτική κληρονομιά και οι θέσεις που εκφράζονται από τον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόσωπα όπως ο “ΕΛΑΣίτης” Αλέξης Τσίπρας, υπενθυμίζουν τις περιπέτειες της περιόδου 2015, όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από την Ευρωζώνη. Η τάση για μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, η οποία συχνά μεταφράζεται σε τήρηση ίσων αποστάσεων μεταξύ της Δύσης και αυταρχικών καθεστώτων, ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει την Ελλάδα έναν αναξιόπιστο εταίρο. Σε στιγμές παγκόσμιων κρίσεων, η ασάφεια και η απροθυμία πλήρους ευθυγράμμισης με τις ευρωπαϊκές και νατοϊκές αποφάσεις απομονώνουν τη χώρα και απομειώνουν τη διπλωματική της επιρροή.
Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο Κυριάκος Βελόπουλος και η Ελληνική Λύση εκπροσωπούν έναν δεξιό λαϊκισμό που επενδύει στα φοβικά σύνδρομα και τον ευρωσκεπτικισμό. Η ρητορική που στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προκρίνει μια στροφή προς παραδοσιακές δυνάμεις της Ανατολής (όπως η Ρωσία), αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα των διεθνών συσχετισμών. Η αποδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας στερούν από την Ελλάδα τα απαραίτητα διπλωματικά και οικονομικά ερείσματα για την αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και σε περιπτώσεις προσώπων, όπως η Μαρία Καρυστιανού, η οποία, αν και ξεκίνησε από μια βαθιά ανθρώπινη και δικαιολογημένη αφετηρία ως εκπρόσωπος των συγγενών των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, σταδιακά εργαλειοποιείται ή διολισθαίνει σε μια γενικευμένη αμφισβήτηση των θεσμών, της λειτουργίας της ελληνικής δημοκρατίας και της θέσης της χώρας στα ευρωπαϊκά όργανα. Όταν η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται στο εξωτερικό με τρόπο που πλήττει την εικόνα της χώρας ως ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, το αποτέλεσμα δεν είναι η απονομή δικαιοσύνης, αλλά η αποδυνάμωση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας.
Η σημασία των συμμαχιών με ΗΠΑ, Ευρώπη και Ισραήλ που δεν επιτρέπει… μαγκιές από τους εγχώριους λαϊκιστές
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας δεν της επιτρέπει την πολυτέλεια της ουδετερότητας ή της απομόνωσης.
Η ασφάλεια της χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμμετοχή της στους δυτικούς θεσμούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί το θεσμικό και οικονομικό καταφύγιο της χώρας και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται να υπάρξει κάποια εναλλακτική. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή στην κοινή αγορά, είναι οι μοναδικοί εγγυητές της οικονομικής σταθερότητας. Η αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών θεσμών από λαϊκιστικές δυνάμεις θέτει σε κίνδυνο την οικονομική πρόοδο, όσο και αν κάποιοι… ηλίθιοι που κυκλοφορούν ανάμεσα μας, ονειρεύονται τη… σωτηρία από το “ξανθό γένος” ή τους… Ελλοχίμ!
Η στρατιωτική και διπλωματική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή αποτελεί την ισχυρότερη αποτρεπτική δικλείδα ασφαλείας απέναντι σε οποιαδήποτε εξωτερική επιβουλή. Οι φωνές που ζητούν το κλείσιμο των βάσεων ή την απομάκρυνση από την Ουάσιγκτον αφήνουν τη χώρα έκθετη σε περιφερειακούς αναθεωρητισμούς. Επιπλέον, σε μια εποχή μεγάλης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, η στρατηγική σχέση με το Τελ Αβίβ αναδεικνύει την Ελλάδα σε αξιόπιστο συνομιλητή και παράγοντα σταθερότητας. Η υιοθέτηση μιας μονομερούς ρητορικής κατά του Ισραήλ, όπως προτείνεται από όλες τις δυνάμεις πέραν της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, καταστρέφει μια συμμαχία δεκαετιών με γεωπολιτικό και ενεργειακό βάθος.
Η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει προσφέρει στην Ελλάδα ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα, που συνίσταται στη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, η χώρα δεν μπορεί να πειραματίζεται με ξεπερασμένες ιδεολογίες, λαϊκιστικές κορώνες ή πολιτικές ίσων αποστάσεων. Οι κίνδυνοι που απορρέουν από μια ενδεχόμενη στροφή προς την εσωστρέφεια και την αμφισβήτηση των παραδοσιακών συμμαχιών με τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και το Ισραήλ είναι υπαρκτοί και μπορούν να οδηγήσουν σε γεωπολιτικό περιθωριοποίηση. Η διαφύλαξη της εθνικής πορείας προς τα εμπρός απαιτεί σοβαρότητα, υπευθυνότητα και προσήλωση στις αξίες της δυτικής δημοκρατίας.
Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να αφήσει… αδιάφορους τους ξένους… εγγυητές της σταθερότητας
Αν οι αριθμοί της κάλπης δεν δίνουν αυτοδυναμία, η επιβολή του Μητσοτάκη ως Πρωθυπουργού θα εξαρτηθεί από εκείνους που διαθέτουν το ειδικό βάρος να εγγυηθούν τη σταθερότητα της χώρας.
Για τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται ο πλέον προβλέψιμος και αξιόπιστος συνομιλητής στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας (Ουκρανία, Μέση Ανατολή) και με την Ελλάδα να αποτελεί βασικό γεωπολιτικό και ενεργειακό πυλώνα, η Δύση δεν επιθυμεί… πειραματισμούς. Οι διεθνείς αγορές και οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές “ψηφίζουν” μόνο Μητσοτάκη ως εγγυητή της δημοσιονομικής πειθαρχίας, οπότε τα εγχώρια αντι-Μητσοτακικά κόμματα, πρέπει να αντιληφθούν ότι τα δεδομένα του “παιχνιδιού” δεν αλλάζουν.
Η ισχυρότατη παρουσία των ξένων κεφαλαίων σε τομείς αιχμής της ελληνικής οικονομίας όπως οι τράπεζες, η ενέργεια, οι μεταφορές, αλλά και η ανάγκη για χαμηλά spreads σε μια χώρα που δοκιμάστηκε και λίγο έλειψε να βρεθεί μόνη στην… έρημο, είναι οι “σύμμαχοι” του Μητσοτάκη. Δεν ξέρουμε αν μπορούν να διανοηθούν οι Έλληνες ψηφοφόροι τι διακυβεύεται για τη χώρα, όχι μόνο το 2027, αλλά και για το 2031, ιδίως στο μέτωπο της οικονομίας.
Οποιαδήποτε οπισθοδρόμηση στην οικονομία θα οδηγήσει σε υποβαθμίσεις του αξιόχρεου και επιστροφή σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Οι αγορές και οι επενδυτές θα… θυμηθούν τα “πέτρινα” χρόνια των μνημονίων και στο τέλος “θα πληρώσουν τη νύφη”, όλοι οι Έλληνες πολίτες. Μόνο που θα είναι πολύ αργά για όλους αυτούς που θέλουν “να φύγει ο Μητσοτάκης”. Καλό είναι σε αυτήν την περίπτωση να θυμηθούμε και πάλι το παρελθόν του Τσίπρα, για να μην έχουμε στο μέλλον “παρατράγουδα”, τα οποία θα μας κοστίσουν πάρα πολύ ακριβά.
Το παρελθόν του Τσίπρα και οι “πειραματισμοί” με… μαυροφορεμένες, πρέπει να αποτελέσουν οδηγό για να μην καταλήξουμε σε εθνικές τραγωδίες. Οι κίνδυνοι καραδοκούν και οι εχθροί της χώρας, μαζί με τους ντόπιους… αφελείς “συμμάχους” τους, μπορούν να μας στείλουν… αδιάβαστους! Για τον λόγο αυτό, η ψήφος όλων μας στις προσεχείς εκλογές είναι πολύ “βαριά” και όσοι αδυνατούν να συλλάβουν τις συνέπειες ενός τραγικού… λάθους, ελπίζουμε να μην τις βιώσουν, γιατί θα κλαίνε και δεν θα έχουν μαντίλι να σκουπιστούν!


