Το “Πανάθλιο” έργο και οι…”Ελληναράδες”!
Του Θανάση Κ.
Μόλις προβλήθηκε στις αίθουσες η νέα «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν και μέσα σε λίγες ημέρες ακούσαμε το γνώριμο επιχείρημα:
«Έσπασε τα ταμεία. Άρα έκλεισε τα στόματα των επικριτών».
Αλήθεια;
Από πότε η εμπορική επιτυχία αποτελεί απόδειξη καλλιτεχνικής αξίας;
Αν ήταν έτσι, θα μπορούσαμε κάθε Δευτέρα να καταργούμε τις κριτικές και να ανακηρύσσουμε τα “αριστουργήματα” με βάση τις εισπράξεις του Σαββατοκύριακου.
Η εμπορική επιτυχία αποδεικνύει κάτι σημαντικό: ότι το κοινό ενδιαφέρθηκε. Και αυτό είναι απολύτως λογικό.
Το αν άρεσε ή δεν άρεσε στο κοινό θα φανεί πολύ αργότερα…
Πάντως, όταν ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής μας αποφασίζει να μεταφέρει στον κινηματογράφο το μεγαλύτερο έπος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εκατομμύρια άνθρωποι θα θελήσουν να το δουν.
Όμως, άλλο η τεχνική.
Και άλλο η Τέχνη.
Ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι αναμφισβήτητα ένας κορυφαίος τεχνίτης.
`Η σκηνοθετική του δεξιοτεχνία, η χρήση της εικόνας, η παραγωγή, η κινηματογραφική αφήγηση είναι στοιχεία που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.
Και κανείς δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει στον Nόλαν…
Όμως όταν μιλάμε για την «Οδύσσεια», μιλάμε για ένα έργο που επέζησε τρεις χιλιάδες χρόνια – και έγινε παγκόσμιο σύμβολο – όχι επειδή είχε τέρατα, μάχες και περιπέτειες.
Επέζησε επειδή μίλησε για τον “ανήσυχο” και πολυσύνθετο Άνθρωπο.
Για την Απώλεια.
Για την Λαχτάρα της Επιστροφής.
Για την Αγάπη που δεν πεθαίνει και για τον Έρωτα που δεν συμβιβάζεται…
Για το τι σημαίνει να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου, μετά από αλλεπάλληλες δοκιμασίες.
Για τον αρχετυπικό Άνθρωπο που τα βάζει με Θεούς και τους νικάει.
Τα βάζει με τέρατα και επιβιώνει.
Που δοκιμάζεται από τη μοίρα του, αλλά δεν υποκύπτει στη μοίρα του.
Που τον ερωτεύονται θεές κι αυτός πεισματικά επιμένει να επιστρέψει στην Ιθάκη του και στην Πηνελόπη του
.
Για τον άνθρωπο που τα είδε όλα, τα έπαθα όλα, τα άντεξε όλα,
αλλά δεν έχασε ποτέ την πυξίδα του.
Δεν τον όρισε η προαποφασισμένη μοίρα του,
δεν τον καθόρισε η μήνις των Θεών που προκάλεσε,
ούτε τα τέρατα, ούτε οι πειρασμοί.
Τον όρισε το νόημα που ο ίδιος έδωσε στην ζωή του.
Και η επιμονή του να το υπηρετήσει ως το τέλος.
Εκεί γεννήθηκε η εσωτερική ανθρώπινη Ελευθερία του.
— Στον μύθο του Ηρακλή, στον οποίο προσφέρεται η επιλογή ανάμεσα στο “δρόμο της Αρετής” και το “δρόμο της Κακίας” κι αυτός κάνει την ενάρετη Επιλογή γνωρίζοντας τις δοκιμασίες που βρίσκονται μπροστά του, γεννιέται η Ελευθερία που Θεώνει…
— Στον μύθο του Οδυσσέα έχουμε τον Άνθρωπου που ανάμεσα στην Αθανασία και τον Νόστο-Έρωτα, απορρίπτει τον αθανασία (που του πρόσφερε η Καλυψώ) και κερδίζει την Αθανασία που του πρόσφερε ο Νόστος της Ιθάκης! Η Ελευθερία που εξανθρωπίζει.
Εκεί ανάμεσα
στην Ελευθερία της Αρετής που Θεώνει
και την Ελευθερία του Νόστου που εξανθρωπίζει
συμπυκνώνεται το συμβολικό αποτύπωμα του Ελληνικού Πολιτισμού.
Όλα αυτά ΔΕΝ υπάρχουν στην Οδύσσεια του Νόλαν.
Ή υπάρχουν τόσο υποβαθμισμένα που χάνονται…
Είδαμε λοιπόν, μια “Οδύσσεια” χωρίς τον αρχετυπικό Οδυσσέα.
Και χωρίς το πνεύμα του Ομήρου.
* Και κάτι πολύ ενδιαφέρον:
Μια σειρά από δικούς μας επαγγελματίες “εστέτ” – δηλαδή “αρχιφύλακες” της “αστυνομίας Αισθητικής” – βγήκαν και απαξίωσαν ως… “Ελληναράδες” όσους δήλωσαν ότι δεν τους άρεσε η ταινία…
“Ελληναράδες”!
Δηλαδή “ανίκανοι” να καταλάβουν τη σύγχρονη Τέχνη.
“Επαρχιώτες” που ενοχλούνται
επειδή ένας μεγάλος ξένος δημιουργός άγγιξε τον Όμηρο.
Ατύχησαν όμως…
* Γιατί η πιο σκληρή κριτική στην ταινία του Nόλαν δεν ήρθε από κάποιον Έλληνα που “δεν κατάλαβε”…
Ήρθε από την Emily Wilson, Καθηγήτρια και Πρόεδρο του Τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια και την πρώτη γυναίκα που δημοσίευσε την ολοκληρωμένη μετάφραση της “Οδύσσειας” στα αγγλικά απευθείας από το αρχαιοελληνικό κείμενο.
Κι έχει τη σημασία του αυτό. Γιατί στην Wilson είχε απευθυνθεί ο ίδιος ο Νόλαν κατά την προετοιμασία της ταινίας γιατί τον ενδιέφερε η “γυναικεία οπτική” Κι από την Wilson εμπνεύστηκε την περίφημη αρχή:
— «Tell me about a complicated man».
— «Πες μου για έναν πολύπλοκο άνθρωπο»…
Και η κρίση της Wilson δεν ήταν απλώς “αυστηρή”.
Ήταν καταπέλτης.
Iσοπεδωτική!
Χαρακτήρισε το σενάριο:
— “Abysmal”.
— Δηλαδή όχι απλώς “άθλιο”. “Αβυσσαλέα κακό”…
“Πανάθλιο»!
Και συμπλήρωσε η κα Wilson:
— “I would be ashamed to have written any part of this script.”
— «Θα ντρεπόμουν αν είχα γράψει οποιοδήποτε μέρος αυτού του σεναρίου».
Tόσο πανάθλιο!
Γιατί άραγε;
* Γιατί, σύμφωνα με την άποψή της, αφαιρούνται ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τον Οδυσσέα διαχρονικό.
Ο Οδυσσέας του Ομήρου δεν είναι ένας απλός ήρωας περιπέτειας.
Είναι ένας πολύ-σύνθετος άνθρωπος.
Είναι ευφυής, αλλά και αλαζόνας.
Τρυφερός, αλλά και αδίστακτος.
“Πιστός”, αλλά και διαρκώς δοκιμαζόμενος από “πειρασμούς”.
Ένας άνθρωπος που παλεύει συνεχώς,
όχι μόνο τους εχθρούς του, αλλά και τις αδυναμίες του.
Όταν αυτή η πολυπλοκότητα χάνεται,
μπορεί να μείνει ένα εντυπωσιακό θέαμα.
Αλλά χάνεται και ο Οδυσσέας και ο Όμηρος.
Και εδώ φτάνουμε στο βαθύτερο ερώτημα:
Γιατί επιστρέφουμε στα μεγάλα πολιτισμικά πρότυπα;
Για να τα προσαρμόσουμε στα μέτρα της εποχής μας;
Ή για να μετρήσουμε την εποχή μας απέναντί τους;
— Η Αναγέννηση δεν επέστρεψε στην Ελληνική Κλασσική Παιδεία για να κάνει τον Πλάτωνα πιο… «σύγχρονο».
Επέστρεψε στον Πλάτωνα γιατί η ίδια η Μεσαιωνική Ευρώπη χρειαζόταν να ξεφύγει από τα αδιέξοδά της.
Δεν κατέβασε τον Πλάτωνα στον Μεσαίωνα.
Έβγαλε την Ευρώπη από το Μεσαίωνα πατώντας,
στην αρχαιελληνική φιλοσοφική παράδοση και αισθητική.
* Αυτός είναι ο ρόλος της διαχρονικής πνευματικής παράδοσης.
Δεν υπάρχει για να μας επιβεβαιώνει.
Υπάρχει για να μας προκαλεί συνεχώς.
Και το ίδιο ισχύει για τις διασκευές μεγάλων έργων.
— Ο «Πυγμαλίων» του Bernard Shaw έγινε ταινία με τη συμμετοχή του ίδιου του συγγραφέα.
Αργότερα ξανα-γυρίστηκε ως «My Fair Lady» (Ωραία μου Κυρία), με διαφορετική μορφή – μιούζικαλ πια – αλλά χωρίς να προδώσει το βασικό μήνυμα.
— Και όταν ο Willy Russell έγραψε το «Educating Rita», εμπνεύστηκε από τον «Πυγμαλίωνα», αλλά για να τον αντιστρέψει! Με φεμινιστική ανάγνωση πλέον.
Στον “Πυγμαλίωνα” ο πλούσιος άνδρας βοηθά την γυναίκα να ξεπεράσει τους ταξικούς φραγμούς…
Στη “Ρίτα” η γυναίκα απελευθερώνεται η ίδια και βοηθά και το “δάσκαλό” της να ξεπεράσει κι αυτός τα στερεότυπα.
Μόνο που o Russel δεν προσπάθησε να οικειοποιηθεί το όνομά του αρχικού έργου.
Έγραψε ένα νέο έργο.
— Ακόμη και ο Aνουίγ, όταν έγραψε τη δική του «Αντιγόνη», στα πιο σκοτεινά χρόνια της Ναζιστικής Κατοχής στη Γαλλία, παρουσίασε την «Αντιγόνη του Anouilh».
Δεν ισχυρίστηκε ότι… “εκσυγχρόνιζε” τον Σοφοκλή.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην έμπνευση και στην παραποίηση.
Μπορείς να συνομιλήσεις με ένα κλασικό έργο.
Μπορείς να διαφωνήσεις μαζί του.
Μπορείς ακόμη και να το ανατρέψεις.
Αλλά τότε δημιουργείς κάτι νέο.
Όταν δανείζεσαι ένα διαχρονικό έργο
και το κατεβάζεις στα μέτρα σου, για να το κάνεις “επίκαιρο”,
τότε δεν το “αλλάζεις” απλώς…
Το κάνεις πιο ρηχό, πιο ευτελές.
* Κι εδώ εμφανίζεται και ο υποχρεωτικός «μαϊντανός» της εποχής μας: η ανάγκη κάθε μεγάλης παραγωγής να διεκδικήσει πιστοποιητικά “πολιτικής ορθότητας” από το “ιδεολογικό ιερατείο” του Hollywood. Που έχει προσχωρήσει στη woke ατζέντα.
Και κάπου εκεί κόλλησε – η παντελώς άσχετη με την Οδύσσεια – σκηνή με την “Ωραία Ελένη”. Υποβαθμίστηκαν μέχρις εξαφανίσεως οι πιο συγκλονιστικές στιγμές του Ομηρικού έργου, όπου ο Οδυσσέας απαρνείται τον αιώνια Ηδονή και την Αθανασία που του προσφέρει η γυμνή Καλυψώ απέναντί του. Όπως και η συγκλονιστική στιγμή όπου ο Οδυσσέας έχει κατέβει στον Κάτω Κόσμο κι έξαφνα συναντά τη μάνα του, την Αντίκλεια, πασχίζει τρείς φορές να την αγκαλιάσει και τα χέρια του περνάνε μέσα από τη σκιά της…
Υποβαθμίζονται αυτές οι σκηνές και υπάρχει στο “ξεκούδουνο” μια άσχετη σκηνή με την μαύρη φεμινίστρια “Ελένη”. Το πρόβλημα δεν είναι που είναι “μαύρη”. Ούτε που ξεφυτρώνει ξαφνικά ως “φεμινίστρια”, Είναι που δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον Όμηρο, ούτε με την Οδύσσεια, ούτε με την Ελένη, ούτε καν με το υπόλοιπο έργο του Nόλαν. Aπλως μπήκε και μια “τζούρα” woke…
Η αισθητική υποχωρεί, η δραματουργία ακυρώνεται και τη θέση τους παίρνει η “συμμόρφωση” προς τις κυρίαρχες ιδεολογικές ντιρεκτίβες.
Όμως τα μεγάλα έργα δεν έγιναν μεγάλα επειδή προσαρμόστηκαν στις μόδες της εποχής τους.
Έγιναν μεγάλα, επειδή άντεξαν απέναντι στις εκάστοτε μόδες.
Αυτό είναι που μένει απ’ όλα αυτά:
Δεν χρειαζόμαστε έναν Όμηρο “στα μέτρα μας”.
Χρειαζόμαστε έναν Όμηρο που να μας θυμίζει ποιά “μέτρα” χάσαμε.
* Δυστυχώς ο Πρωθυπουργός μας δεν κατάλαβε…
Κι έσπευσε να… συγχαρεί τηλεφωνικά τον Nόλαν, που με το έργο του λέει “πρόβαλε τον Ελληνικό Πολιτισμό”.
Βιάστηκε ο Κυριάκος. Δεν είχε διαβάσει, όπως φαίνεται, την κριτική της Emily Wilson.
Γιατί αν την είχε διαβάσει, θα καταλάβαινε ότι ο Nόλαν δεν “πρόβαλε” τον Όμηρο και την Οδύσσεια.
Τους ευτέλισε….
Ίσως βέβαια, το πρόβλημα είναι ότι ο Πρωθυπουργός δεν έχει καταλάβει ούτε τον Όμηρο, ούτε το αρχαιοελληνικό πνεύμα γενικότερα.
Τι να πω;
Παίζει κι αυτό…
ΥΓ.1 Πάντως μ’ αυτά και μ’ αυτά – και μ’ όσα γίνονται τελευταία με το Υπουργείο Πολιτισμού – έκανα μιαν αμαρτωλή σκέψη:
Για σκεφτείτε αντί για την κα. Μενδώνη να είχαμε υπουργό Πολιτισμού την Emily Wilson…
ΥΓ.2 Και μια τελευταία παρατήρηση: Στην Πολιτική ισχύει πράγματι “καλύτερα να σε βρίζουν” παρά να σε αγνοούν!
Καλύτερα να λένε κάτι για σένα, παρά να μην λένε απολύτως τίποτα.
Στα θέματα του Πολιτισμού, όμως, ΔΕΝ ισχύει το ίδιο αναγκαστικά.
Γιατί όταν ευτελίζεις ένα Πολιτισμό δεν τον “προβάλλεις”.
Τον αποδομείς…
Κι αυτό που προβάλεις δεν είναι πια “Πολιτισμός”
Είναι καρικατούρα.
“Πανάθλιο” το χαρακτήρισε η Wilson…
Εγώ θα είμαι πιο επιεικής:
Καρικατούρα!



